Ανέστης Ταρπάγκος

Άρθρο του Ανέστη Ταρπάγκου 

Μέχρι την έναρξη της κρίσης υερσυσσώρευσης του κεφαλαίου (2008) και την απαρχή της εφαρμογής των μνημονιακών πολιτικών (2010), το αστικό κοινοβουλευτικό καθεστώς του ελληνικού καπιταλισμού λειτουργούσε κατά έναν τρόπο σε σημαντικό βαθμό συναινετικό, εφόσον επί δεκαετίες κυριαρχούνταν από τον αστικό κοινοβουλευτικό δικομματισμό. Στη διάρκεια τεσσάρων μεταπολιτευτικών δεκαετιών ο αστικός δικομματισμός εξασφάλιζε ευρείες συναινέσεις των λαϊκών τάξεων: Η συντηρητική παράταξη την αρραγή συμμαχία αστικής τάξης και μικροαστικών στρωμάτων, και η ελληνική σοσιαλδημοκρατία την εκπροσώπηση των λαϊκών και εργατικών στρωμάτων σε μια μεταρρυθμιστική κατεύθυνση, εντός του ευρύτερου πλαισίου τα αστικής ηγεμονίας. Η ίδια η πρώτη κρίση υπερσυσσώρευσης του κεφαλαίου στην δεκαετία του 1970, που ετεροχρονισμένα αναδείχθηκε στην ελληνική οικονομία στα μέσα της δεκαετίας του 1980 αντιμετωπίστηκε με κεφαλαιοκρατικές αναδιαρθρώσεις, μονεταριστική μεταστροφή και εργασιακές μεταλλάξεις, που ωστόσο δεν προκάλεσαν ισχυρές κοινωνικές αναταράξεις. Εξ αυτών των λόγων, ο ελληνικός καπιταλισμός κατόρθωσε να εισέλθει από τα μέσα της δεκαετίας του 1990, και μέχρι το 2010, σε μια αναπτυξιακή τροχιά προσαύξησης της κερδοφορίας του, συσσώρευσης και συγκεντροποίησης του κεφαλαίου. Οι ρυθμοί οικονομικής ανάπτυξης του ΑΕΠ είχαν συστηματικά θετικό πρόσημο, και η ενσωμάτωση στην ΟΝΕ και στη Ευρωζώνη πραγματοποιήθηκαν χωρίς ευρείες αντιπαλότητες. Συνολικότερα, και στη βάση τέτοιου είδους φαινομένων, φαίνονταν να αναπαράγεται χωρίς ιδιαίτερες κοινωνικές αναταράξεις, με το εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα σε μια φθίνουσα γενικά πορεία και τους σχηματισμούς της Αριστεράς γενικά στη γωνία και σε κάθε περίπτωση εκτός κεντρικού πολιτικού παιχνιδιού.

Η ασυμβατότητα της δημοκρατικής λαϊκής έκφρασης με την εφαρμογή των αστικών μνημονιακών πολιτικών

Το μείζον ζήτημα προέκυψε με την εκδήλωση της βαθιάς κρίσης κεφαλαιακής υπερσυσσώρευσης, σε συνδυασμό με τη έκρηξη του δημόσιου χρέους, δύο θεμελιακοί παράγοντες που έθεσαν σε κίνηση τις μνημονιακές πολιτικές, που συνεχίζονται αδιάλειπτα την τελευταία οκταετία, με στόχο αφενός την ανάκαμψη της κλονισμένης κερδοφορίας του κεφαλαίου και αφετέρου τη μετακύλιση του βάρους αποπληρωμής του χρέους της αστικής τάξης στους ώμους του εργαζόμενου λαού. Σ’ αυτό το επίπεδο προέκυψε η πρώτη μορφή του κλονισμού της λειτουργίας της αστικής δημοκρατίας, στο μέτρο που επιχειρήθηκε να καταργηθεί κάθε λαϊκό αντιστάθμισμα στην αστική ταξική κυριαρχία, όπως η μαζική εκκαθάριση επιχειρήσεων, η παρατεταμένη λιτότητα, η άγρια φορολογική υπέρ φόρτωση των λαϊκών στρωμάτων, η μεταβίβαση των κοινωφελών δημόσιων μονοπωλίων στο ιδιωτικό επιχειρηματικό κεφάλαιο, η αποψίλωση των μισθών και των συντάξεων. Πολύ περισσότερο που το σύνολο αυτών των μέτρων επικυρώνονταν από το ελληνικό κοινοβούλιο με το «μαχαίρι στο λαιμό» και κατά τρόπο κατεπείγοντα, εφόσον αυτή η διαδικασία είχε περιέλθει στην υπερεθνική αρμοδιότητα των οργάνων της καπιταλιστικής ευρωπαϊκής διεθνοποίησης, με την σύμφωνη πάντοτε γνώμη και επιδίωξη της ελληνικής αστικής τάξης.
Η συναίνεση των λαϊκών τάξεων στη λειτουργία της αστικής ταξικής δημοκρατίας υποχώρησε τα μέγιστα (Οκτώβριος 2009 – Ιούνιος 2012), πράγμα που οδήγησε στην κατάρρευση του αστικού δικομματισμού και στην τάση ανάδειξης της Αριστεράς στον κυρίαρχο πόλο της αστικής δημοκρατικής αντιπαράθεσης. Μέχρις εδώ τα πράγματα, παρόλο που είχαν προσλάβει χαρακτηριστικά αντιδημοκρατικά και ολοκληρωτικά (π.χ. κατάργηση του κράτους πρόνοιας, χημικός πόλεμος στην Πλατεία Συντάγματος κλπ.), δεν οδηγούσαν στη κατάργηση αυτής τούτης της αστικής κοινοβουλευτικής διαδικασίας. Μπήκε σε κίνηση έτσι η λειτουργία της αντιπαράθεσης των δύο αντίπαλων κοινωνικών συνασπισμών (αστικού και λαϊκού) με νέους όρους που αποτυπώθηκε στην εκλογική αναμέτρηση του Ιουνίου 2012 (ανάδειξη ΣΥΡΙΖΑ σε αξιωματική αντιπολίτευση). Η ίδια η εφαρμογή της αστικής δημοκρατικής αρχής, με όλο τον αποψιλωμένο της χαρακτήρα, συνεχίστηκε και στην επόμενη περίοδο (Ιούνιος 2012 – Ιανουάριος 2015).

Εντούτοις η μεγάλη τομή αναίρεσης και ακύρωσης της αστικής δημοκρατικής αρχής πραγματώθηκε στη διάρκεια του 2015, όπου παρόλη την λαϊκή εκλογική πλειοψηφία που απέσπασε ο ΣΥΡΙΖΑ, και παρόλο το συντριπτικό πλειοψηφικό «όχι» στο τρίτο μνημόνιο που προέκυψε από το δημοψήφισμα του Ιουλίου 2015, το κόμμα που κατέκτησε την κυβέρνηση, ως εκφραστής της ακύρωσης των μνημονίων, μετατοπίστηκε ευθέως στην πολιτική γραμμή του αντιπάλου μπλοκ (ΝΔ και ΠΑΣΟΚ, αστικής τάξης, ευρωπαϊκών οικονομικών μηχανισμών), την οποία και εφάρμοσε με τρόπο άτεγκτο και δρακόντειο. Αυτό το μείζον πολιτικό γεγονός ακύρωσε τη λειτουργία της δημοκρατικής αρχής και αφαίρεσε κάθε στοιχείο νομιμοποίησης της κυβερνητικής πολιτικής, η οποία ασκείται εδώ και τρία χρόνια με όρους καθολικής αυθαιρεσίας, και εξοβελισμού κάθε μορφής δημοκρατισμού. Η αστική τάξη, στο μέτρο που έχει απέναντί της ένα ζωτικό εργατικό κίνημα είναι υποχρεωμένη να αποδεχθεί στοιχεία δημοκρατισμού, προκειμένου να αποφύγει μια ευρύτερη κοινωνική αποσταθεροποίηση. Η εργατική τάξη επιδιώκει οργανικά τη δημοκρατία στις πολυδιάστατες εκφράσεις της (πολιτικής, οικονομικής, κοινωνικής) γιατί χωρίς αυτήν δεν μπορεί να επιτύχει την κοινωνική της απελευθέρωση και χειραφέτηση. Απεναντίας οι νέες μικροαστικές τάξεις της διανοητικής εργασίας και της τεχνοκρατικής εξουσίας (που ηγεμόνευσαν ασφυκτικά στον ΣΥΡΙΖΑ) δεν γνωρίζουν τη δημοκρατία : Το μόνο που γνωρίζουν είναι οι αρχές του ιεραρχικού καπιταλιστικού καταμερισμού της εργασίας (αυτό άλλωστε έχουν διδαχθεί και πιστεύουν μόνον), δηλαδή της επιβολής, ταξικής κυριαρχίας, τεχνοκρατισμού, εργατικού καταναγκασμού. Και αυτό και κάνουν εδώ και μια ολόκληρη κυβερνητική τριετία, πραγματώνουν δηλαδή με συνέπεια τις αρχές που τους έχουν αναθέσει οι πρωταρχικοί τους κυρίαρχοι, η τάξη των καπιταλιστών, προκειμένου να συγκρατεί και σταθεροποιεί την εξουσία της.

Η δημοκρατική αρχή στη λειτουργία αυτής της ίδιας της αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, στην λήψη και εφαρμογή των αποφάσεων που αφορούν μείζονα οικονομικά και κοινωνικά ζητήματα, συμπυκνώνεται σε δύο βασικές αρχές : Αφενός, την ελεύθερη, καθολική συμμετοχή των πολιτών στην πλειοψηφική λήψη μιας απόφασης. – Αφετέρου, στην εφαρμογή αυτής της απόφασης όπως έχει αποτυπωθεί στην δημοκρατική ετυμηγορία, ανεξάρτητα από οποιουσδήποτε επιπρόσθετους και εξωγενείς επικαθορισμούς (π.χ. η απειλή κήρυξης χρεοστασίου στην περίπτωση πλειοψηφικής λαϊκής απόφασης απόρριψης των μνημονίων, που μάλιστα όχι μόνον δεν θα προκαλούσε οικονομική καταστροφή αλλά θα λύτρωνε τη χώρα από τον βρόγχο του δημόσιου χρέους που είχε δημιουργήσει η αστική της τάξη).

Τέτοια υπήρξε η περίπτωση των βουλευτικών εκλογών του 2015 που ανέδειξαν τον ΣΥΡΙΖΑ στη κυβερνητική εξουσία με ανοιχτό, αποκλειστικό και διακηρυγμένο σε όλες τις κατευθύνσεις στόχο, την κατάργηση των δύο μνημονίων, του ΠΑΣΟΚ (2010) και της ΝΔ (2012). Και ακόμη ισχυρότερη η περίπτωση της συντριπτικής δημοκρατικής επικράτησης του «όχι» στο τρίτο μνημόνιο, με ποσοστό δημοκρατικά πρωτοφανές στην ελληνική πολιτική και ευρωπαϊκή ιστορία (62%). Η κυβερνητική πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ από τον Αύγουστο 2015 και μέχρι σήμερα, όχι μόνον δεν σεβάστηκε αυτή την αστική δημοκρατική λαϊκή διαδικασία, αλλά απεναντίας λειτούργησε ως πολιτική κρατική δύναμη ανοιχτής και διακηρυγμένης παραβίασης αυτής της δημοκρατικής αρχής, ως φορέας απροσχημάτιστης αναίρεσης και αντιστροφής των δημοκρατικών λαϊκών αποφάσεων, ανεξαρτήτως των οποιονδήποτε εξωτερικών ή εσωτερικών οικονομικών ή θεσμικών καταναγκασμών. Μ’ αυτή την έννοια η πολιτική διακυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ αντιπροσωπεύει μια διαρκή πραξικοπηματική εξουσία, η οποία καταργεί τις επίσημες συλλογικές εκλογικές αποφάσεις που έχουν ληφθεί καθώς επίσης και την οποιαδήποτε εφαρμογή τους.

Η δυναμική λαϊκή κίνηση όρος και προϋπόθεση της δημοκρατικής ανάδειξης των εργατικών συμφερόντων

Ως εκ τούτου η αντιμετώπιση της μνημονιακής πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ, που έχουν αποκηρύξει με καθαρές δημοψηφισματικές διαδικασίες οι ίδιες οι λαϊκές δυνάμεις, δεν μπορεί να γίνεται με απλούς όρους αντιπολίτευσης προς μια κυβέρνηση όπως του ΠΑΣΟΚ ή της ΝΔ που είχαν διακηρύξει ανοιχτά τους μνημονιακούς τους προσανατολισμούς και τους εφάρμοσαν, προκαλώντας την δημοκρατική λαϊκή αντίδραση : Απεναντίας δεν μπορεί να πρόκειται παρά για μια μορφή αντιδικτατορικής κοινωνικής διαπάλης, με την έννοια ότι η δικτατορική μορφή διακυβέρνησης καταργεί την δημοκρατικά εκφρασμένη λαϊκή βούληση (αντίστοιχα επιβολή στρατιωτικής δικτατορίας του 1967 με την αδιαμφισβήτητη δημοκρατική πλειοψηφία ΕΔΑ και ΕΚ, στρατιωτική επιβολή της Χιλής με την εκλογική πλειοψηφία του 45% που διέθετε η Κυβέρνηση της Λαϊκής Ενότητας στις εκλογές του 1973). Στην προκειμένη περίπτωση το ρόλο της ωμής και αστυνομικής καταστολής της δημοκρατικά εκφρασμένης λαϊκής βούλησης του 62%, ανέλαβε να επιτελέσει η κοινοβουλευτική λεγεώνα του ΣΥΡΙΖΑ, σε πλήρη σύμπλευση με τις κοινοβουλευτικές λεγεώνες του αστικού πολιτικού φάσματος. Σε κάθε περίπτωση, και με τους πλέον στοιχειώδεις κανόνες του αστικού Συνταγματικού Δικαίου δεν μπορεί παρά να επικρατεί και να υπερισχύει η απόφαση του λαϊκού δημοψηφίσματος έναντι οποιασδήποτε άλλης μορφής πολιτικής απόφασης.

Αποδεικνύεται περίτρανα ότι σε μια διαδικασία οξυμένης κρίσης αναπαραγωγής του κεφαλαίου και κλονισμού της ταξικής του κυριαρχίας, η δημοκρατική αρχή όχι μόνον δεν έχει καμία σχέση με τον αστισμό, αλλά απεναντίας η εξουσία των αστικών συμφερόντων, σε ελληνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο, επιφέρει την πλήρη κατάργηση της δημοκρατικής αρχής, είτε από τους άμεσους πολιτικούς υπαλλήλους του αστικού καθεστώτος, είτε από τους μικροαστικούς τεχνοκρατικούς σχηματισμούς που άλωσαν στην προκειμένη περίπτωση την Αριστερά και τις εκπροσωπήσεις των λαϊκών τάξεων. Η επίκληση του «δημοκρατισμού» που επιχειρείται να γίνει στην τελευταία τριετία από την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, «χρησιμοποιεί» στην κυριολεξία τις δημοκρατικές αξίες και αρχές για τις οποίες αγωνίστηκε το αριστερό λαϊκό κίνημα στις προηγούμενες δεκαετίες, προκειμένου να συσκοτίσει τον ωμά πραξικοπηματικό χαρακτήρα αυτής της διακυβέρνησης. Το να καταπατάς και να αποψιλώνεις τα κοινωνικά δικαιώματα, όπως κάνουν διακηρυγμένα και με συνέπεια οι φορείς του αστικού μνημονιακού τόξου είναι ένα ζήτημα. Το να το υλοποιείς όμως στο όνομα της «Αριστεράς», της δημοκρατίας και της προόδου είναι όνειδος.

Συνεπώς το λαϊκό κίνημα και η Αριστερά δεν μπορούν σήμερα να κινούνται με όρους «διαμαρτυρίας» και προσμονής μιας μακροπρόθεσμης πρόσβασης στην κυβερνητική εξουσία : Άλλωστε μια τέτοια προοπτική έχει εξουδετερωθεί από την συνολική εμπειρία μετάλλαξης του ΣΥΡΙΖΑ και χρεοκοπίας της αριστερής ριζοσπαστικής πολιτικής της οποίας ήταν φορέας. Δεν πρόκειται για την αντιπολιτευτική αντιπαράθεση προς μια πολιτική διακυβέρνηση που έχει τη λαϊκή δημοκρατική νομιμοποίηση, γιατί αυτό απλά δεν υφίσταται. Η αποκατάσταση των εργατικών συμφερόντων που έχουν πληγεί από τις μνημονιακές πολιτικές, και του τρίτου μνημονίου συμπεριλαμβανομένου, συμβαδίζει με την αποκατάσταση της δημοκρατικής νομιμότητας, δηλαδή των λαϊκών ψηφοφοριών του 2015, που έχουν πραξικοπηματικά καταργηθεί από την κυβερνητική πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ.

Αυτό σημαίνει την ανάπτυξη λαϊκών κινηματικών πρακτικών που αποσκοπούν να ανατρέψουν το πραξικοπηματικό περιεχόμενο της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ και των αστικών οικονομικών και κοινωνικών κέντρων. Μορφές λαϊκής πολιορκίας, αποκλεισμού και κατάληψης των αστικών κρατικών μηχανισμών που εφαρμόζουν τις μνημονιακές πολιτικές που αποδοκιμάστηκαν από τα δύο – τρίτα της λαϊκής ετυμηγορίας, με στόχο την άμεση «παράλυση» εφαρμογής της καταστρεπτικής πολιτικής, όπως των μορφών εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους, τις προσαρμογές στις δρακόντειες ρυθμίσεις της ευρωπαϊκής καπιταλιστικής διεθνοποίησης, κατάργησης της φορολογικής πολιτικής του τύπου του ΕΝΦΙΑ, του υψηλού ΦΠΑ, του κατώτατου ορίου φορολόγησης, αποτροπής της ιδιωτικοποίησης των κοινωφελών επιχειρήσεων παροχής δημόσιων αγαθών κλπ., είναι εκφράσεις ενός βαθύτατου λαϊκού δημοκρατισμού, στο αντίποδα της ολοκληρωτικής αθέτησης και ακύρωσης των πολιτικών δεσμεύσεων που είχαν καταστήσει τον ΣΥΡΙΖΑ κυβερνητική πλειοψηφία.

Και από την άλλη πλευρά, εργατικές κινητοποιήσεις επιμέρους τομέων (ενεργών εργαζομένων της κοινωνικής εξαθλίωσης για την αποκατάσταση των μισθών, ανέργων και ιδιαίτερα μακροχρόνια χωρίς επίδομα ανεργίας, συνταξιούχων για την αποκατάσταση των κατακρεουργουμένων επί μια δεκαετία συντάξεων, εργαζομένων της μερικής και προσωρινής απασχόλησης με υποκατώτατους μισθούς κ.ά.), με στόχο την επιδίωξη παράλυσης των αντίστοιχων παραγωγικών δραστηριοτήτων, δεν μπορούν παρά να τίθενται στο επίκεντρο της κίνησης των λαϊκών τάξεων. Καμιά δραστηριότητα δεν μπορεί να μείνει έξω από έναν τέτοιον κύκλο λαϊκών κινήσεων, από τις κεντρικές διοικητικές υπηρεσίες μέχρι τις επιχειρήσεις, και από δημόσιους οργανισμούς μέχρι τους δικαστικούς μηχανισμούς.
Μόνον με τέτοιες μορφές δημοκρατικής κινηματικής εργατικής παρέμβασης είναι δυνατό να τεθεί στο επίκεντρο η ολοσχερής ακύρωση των εκατοντάδων εφαρμοστικών μνημονιακών νόμων, που στερούνται ολοσχερώς δημοκρατικής λαϊκής νομιμοποίησης, μετά την πραξικοπηματική στροφή του ΣΥΡΙΖΑ στο δεύτερο εξάμηνο του 2015. Και μόνον μ’ αυτό τον τρόπο δυναμικής δράσης των αριστερών δυνάμεων είναι δυνατό να παραμερισθεί ο κίβδηλος και τεχνητός αστικός πολιτικός διπολισμός (π.χ. σήμερα σκανδαλολογία contra εθνικισμός), αναδεικνύοντας την κυρίαρχη και καθοριστική ταξική αντιπαράθεση των λαϊκών δυνάμεων του κυριαρχούμενου συνασπισμού με τις αστικές πολιτικές και οικονομικές δυνάμεις.