Η ανάκαμψη της καπιταλιστικής κερδοφορίας στο έδαφος της κοινωνικής καταστροφής

0

Άρθρο του Ανέστη Ταρπάγκου

Μπαίνουμε ήδη στην τέταρτη χρονιά, από το 2014 μέχρι σήμερα, όπου οι ισολογισμοί των 22.500 ιδιωτικών επιχειρήσεων του εταιρικού τομέα της ελληνικής οικονομίας που είναι καταχωρημένοι στη βάση δεδομένων της ICAP, εμφανίζουν ανοδική πλέον τάση των κερδοφόρων αποτελεσμάτων τους. Κι’ αυτό αφήνοντας πίσω πλέον την πρώτη εξαετία της κρίσης υπερσυσσώρευσης του κεφαλαίου στην ελληνική οικονομία και διεθνώς, όπου η αποδοτικότητα της επιχειρηματικής δραστηριότητας είχε φτάσει στο ναδίρ, σωρεύοντας υπερμεγέθεις ζημίες, εξ αιτίας ακριβώς της εγγενούς φύσης της κρίσης του ελληνικού καπιταλισμού. Η επεξεργασία και δημοσιοποίηση των πλέον πρόσφατων αποτελεσμάτων [ ICAP «Εξέλιξη οικονομικών μεγεθών 10.696 ελληνικών επιχειρήσεων με δημοσιευμένους ισολογισμούς χρήσης 2016 / 2015» ], είναι καταλυτική από κάθε άποψη, καταγράφοντας πλέον την οριστική μετάβαση του ελληνικού κεφαλαίου στον ορίζοντα μιας πολυσήμαντης ανάκαμψης της κερδοφορίας, παρόλη την σχετική στασιμότητα των υπολοίπων επιχειρηματικών μεγεθών, στο σύνολο των μεγάλων κλάδων της ελληνικής οικονομικής δραστηριότητας.
Υπερμεγέθης κερδοφορία με παρατεταμένη στασιμότητα
Έτσι στο σύνολο των μισών καπιταλιστικών επιχειρήσεων της χώρας καταγράφεται στους ισολογισμούς τους του 2016 σε σχέση με την προηγούμενη οικονομική χρήση του 2015, μια αύξηση της κερδοφορίας τους από τα 2.193 εκατομμύρια ευρώ στα 3.784 εκατομμύρια ευρώ, πράγμα που υποδηλώνει μια φαντασμαγορική πραγματικά ποσοστιαία εκτίναξη στο επίπεδο του 73%. Και αντίστοιχα τα μικτά τους κέρδη αυξήθηκαν κατά 6% περνώντας από τα 24.013 εκατομμύρια ευρώ στα 25.486 εκατομμύρια ευρώ, οδηγώντας εξ αυτού του λόγου στην πολυσήμαντη βελτίωση του συνολικού λειτουργικού αποτελέσματος κατά 46%, ενώ και τα συνολικά κέρδη EBITDA αυξήθηκαν από τα 10.275 εκατομμύρια ευρώ στα 11.938 εκατομμύρια ευρώ (αύξηση κατά 16%). Δεν είναι τυχαίο που η πρώτη ολοκληρωμένη επιχειρηματική οικονομική χρήση του ελληνικού καπιταλισμού με τέτοια αποτελεσματικότητα στην καπιταλιστική αποδοτικότητα συμπίπτει με την οικονομική διαχείριση της μνημονιακής πραξικοπηματικής διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ (πραξικοπηματικής κατά το ότι καταπάτησε την πλειοψηφική λαϊκή εντολή του δημοψηφίσματος της 5ης Ιουλίου 2015, μετατρέποντας το συντριπτικό 62% του «όχι» των λαϊκών τάξεων στο «ναι» των αστικών δυνάμεων).
Και το πολύ σημαντικό ζήτημα είναι ότι αυτή η αθροιστική εκτίναξη της κερδοφορίας του κεφαλαίου δεν πραγματοποιήθηκε με μιαν αντίστοιχη οικονομική ανάπτυξη που παρέμενε αναιμική και με αρνητικό πρόσημο, δεν υλοποιήθηκε με τεχνολογικούς εκσυγχρονισμούς, δεν συνοδεύτηκε από την παραγωγή νέων προϊόντων, δεν μεταφράστηκε με το άνοιγμα και το κέρδισμα νέων αγορών. Και πραγματικά στην ίδια περίοδο 2016 / 2015 τα καθαρά πάγια (οι περίφημες «επενδύσεις») των 10.696 επιχειρήσεων παρέμειναν στάσιμα στα 122.833 εκατομμύρια ευρώ, ενώ ο κύκλος εργασιών (τζίρος) αυξήθηκε μόνον κατά 3% από τα 113.697 εκατομμύρια ευρώ στα 117.322 εκατομμύρια ευρώ. Βέβαια αυτά τα μεγέθη χαρακτηρίζουν τους μεγάλους τομείς της ελληνικής παραγωγής (μεταποίηση, εμπόριο, ενέργεια, μεταφορές επικοινωνίες, υπηρεσίες), ενώ κατά πολύ μικρότερη είναι η συμβολή των υπολοίπων τομέων (γεωργίας, ορυχείων, κατασκευών, επισιτισμού).
Να λοιπόν αφετηριακά ποιο είναι το «θαύμα» της μνημονιακής πολιτικής και της κερδοφορίας του ελληνικού κεφαλαίου : Χωρίς την συνδρομή των παραμέτρων νέων επενδύσεων, διεύρυνσης του τζίρου, τεχνολογικής ανανέωσης, επέκτασης κλπ. να κατορθώνει να επιτυγχάνει προσαύξηση των καθαρών κερδών και του λειτουργικού επιχειρηματικού αποτελέσματος κατά 73% σε μια και μόνον οικονομική χρήση. Μέγιστο άρα το πολιτικό και οικονομικό επίτευγμα για την αστική τάξη και το τρίγωνο των μνημονιακών κομμάτων (ΠΑΣΟΚ, ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ), να επιτυγχάνουν με τα ατελεύτητα μέτρα των νεοφιλελεύθερων αναδιαρθρώσεων (2010 – 17) της αποψίλωσης των μισθών, της αποδόμησης των εργασιακών σχέσεων, της υψηλής σταθερής ανεργίας, της υπέρ-φορολόγησης, της υποβάθμισης και ιδιωτικοποίησης των δημόσιων κοινωνικών υπηρεσιών, της κατακρεούργησης των συντάξεων κλπ., πλήρη ανάκαμψη της επιχειρηματικής κερδοφορίας απλούστατα χωρίς «καμία ανάπτυξη». Κι’ αυτό να επιτυγχάνεται με την αποκλειστική μεταφορά του εργατικού λαϊκού εισοδήματος στους έλληνες καπιταλιστές, ενώ ένα άλλο μέρος του μεταβιβάζεται για την εξυπηρέτηση του χρέους της αστικής τάξης στο ευρωπαϊκό τοκογλυφικό κεφάλαιο. Για ποιά «ανάπτυξη» γίνεται λόγος όταν εν μέσω βαθειάς οικονομικής ύφεσης ο μόνος δείκτης που «ευημερεί» είναι η καπιταλιστική κερδοφορία με την αυταρχική επιβολή αναδιανομής εισοδήματος από την εργατική τάξη στο κεφάλαιο…
Βέβαια αυτά δεν σημαίνουν ότι ο ελληνικός καπιταλισμός έχει κατορθώσει να υπερβεί την κρίση υπερσυσσώρευσης που τον έχει πλήξει : Μπορεί το 63% των επιχειρήσεων του εταιρικού τομέα της οικονομίας να έχει εισέλθει στις λεωφόρους της κερδοφορίας, το υπόλοιπο όμως 37% συνεχίζει να βρίσκεται στην τροχιά της ζημιογόνου επιχειρηματικής δραστηριότητας. Αν τώρα πάρουμε μόνον το σύνολο των κερδοφόρων εταιριών του 2016 / 2015 τότε διαπιστώνουμε ότι οι 6.759 από τις 10.696 επιχειρήσεις του δείγματος της βάσης δεδομένων της ICAP, εμφανίζουν κερδοφορία κατά πολύ υψηλότερη (αν τις απομονώσουμε από τις υπόλοιπες 3.937 που είναι ζημιογόνες), που φτάνει στο επίπεδο των 6.726 εκατομμυρίων ευρώ, διπλάσιο του συνόλου, εφόσον δεν παίρνονται υπόψη οι ζημιογόνες εταιρίες. Και μάλιστα αν αναχθούμε στο σύνολο των μονάδων του εταιρικού τομέα της οικονομίας (22.500 εταιρίες της βάσης δεδομένων), η τελική κερδοφορία που προκύπτει είναι της τάξης των 13.923 εκατομμυρίων ευρώ, επίπεδο που προσεγγίζει την αποδοτικότητα πλέον του ελληνικού κεφαλαίου στα προ της κρίσης επίπεδα της δεκαετίας του 2000.
Συνολικός ισολογισμός 10.696 επιχειρήσεων χρήσης
2016 / 2015 ( 50% του εταιρικού τομέα της οικονομίας).
( Ποσά σε εκατομμύρια ευρώ )
2016 2 015 Μεταβολή %
Ενεργητικό 194.263 190.133 2,17
Καθαρά πάγια κεφάλαια 122,833 122.538 0,24
Κύκλος εργασιών 117.322 113.697 3,19
Μεικτά κέρδη 25.486 24.013 6,13
Λειτουργικό αποτέλεσμα 5.071 3.480 45,70
Κέρδη προ φόρων 3.784 2.193 72,54
Κέρδη EBITDA 11.938 10.275 16,75 Πηγή : ICAP «Εξέλιξη οικονομικών μεγεθών 10.696
ελληνικών επιχειρήσεων με δημοσιευμένους
ισολογισμούς χρήσης 2016 / 2015»
Ακύρωση των μνημονίων = απαρχή σοσιαλιστικής μετάβασης
Ολόκληρη άρα η φιλολογία που αναπτύσσεται περί της θρυλούμενης «ανάπτυξης», κι’ αυτό από διάφορες πλευρές του πολιτικού φάσματος, ως αποτέλεσμα των νεοφιλελεύθερων αναδιαρθρώσεων των τριών μνημονίων, αποδεικνύεται ανυπόστατη και φαντασιακή, ενώ το μόνο οικονομικό μέγεθος που επιδιώχθηκε και επιζητείται να αναπτυχθεί είναι η κερδοφορία του κεφαλαίου. Κι’ αυτό μάλιστα με μοναδικό ταξικό όπλο των κυρίαρχων αστικών δυνάμεων την βίαιη αναδιανομή πλούτου από την μισθωτή εργασία προς τον επιχειρηματικό κόσμο. Αυτό το «μοντέλο ανάπτυξης» επιδιώκεται σήμερα να σταθεροποιηθεί, με την διατήρηση σε ισχύ των εκατοντάδων εφαρμοστικών μνημονιακών νόμων, πέραν των φληναφημάτων περί προσέλκυσης ξένων άμεσων επενδύσεων, οι οποίες το μόνον ενδιαφέρον που εκδηλώνουν είναι για την ιδιωτικοποίηση των δημόσιων μονοπωλιακών επιχειρήσεων, με έτοιμες υποδομές δημόσια χρηματοδοτημένες, με εξειδικευμένη τεχνογνωσία και εξασφαλισμένο κύκλο εργασιών (εφόσον πρόκειται για μονοπωλιακές δραστηριότητες), χωρίς την ανάληψη κανενός είδους επιχειρηματικού ρίσκου.
Αν με τις μνημονιακές πολιτικές και τις αναδεικνυόμενες σήμερα μετά – μνημονιακές προοπτικές (επιμονή στη συνέχιση των νεοφιλελεύθερων αναδιαρθρώσεων) επέρχονταν μια ορισμένη αντιστροφή της πορείας των πραγμάτων, δηλαδή διευρύνονταν η παραγωγική δραστηριότητα, αυξάνονταν ο κύκλος εργασιών των επιχειρήσεων, ενισχύονταν οι επενδύσεις παγίου κεφαλαίου, και έτσι συνολικά η εξέλιξη του ΑΕΠ έπαιρνε μια σαφή ανοδική πορεία, επιφέροντας παράλληλα τη μείωση της ανεργίας (με την δημιουργία θέσεων εργασίας 8ωρης απασχόλησης, αυξημένων μισθών συλλογικών συμβάσεων και αορίστου χρόνου, και όχι μερικής και προσωρινής απασχόλησης), τότε λογικά θα προέκυπτε και μια ορισμένη αύξηση της αποδοτικότητας του κεφαλαίου και της αντίστοιχης επιχειρηματικής κερδοφορίας. Κάθε άλλο παρά αυτό συμβαίνει : Ο ελληνικός καπιταλισμός ζει και αναπαράγεται όχι από την εξέλιξη αυτών των οικονομικών παραμέτρων, αλλά αποκλειστικά από αυτή τη συνεχή ροή εισοδήματος από τους εργαζόμενους στο κεφάλαιο, πράγμα που αποκλειστικά ερμηνεύει το ποσοστό αύξησης της κερδοφορίας κατά 73%, με στάσιμο σχεδόν το ενεργητικό και τον τζίρο της επιχειρηματικής δραστηριότητας.
Γι’ αυτό το λόγο και οι προσανατολισμοί που αναπτύσσονται στο εσωτερικό ορισμένων αριστερών δυνάμεων που θέτουν στο επίκεντρο της πολιτικής τους γραμμής την επίτευξη μιας «αναπτυξιακής άνοιξης», με εθνικά ανεξάρτητα και πατριωτικά περήφανα χαρακτηριστικά, μια «παραγωγική ανασυγκρότηση» της οικονομίας, (πράγμα στο οποίο η ίδια η νεοφιλελεύθερη κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ αφιερώνει τόσα περιφερειακά «αναπτυξιακά» συνέδρια), μια στήριξη και ενίσχυση του μικρομεσαίου επιχειρηματικού κεφαλαίου, ως προϋπόθεση μιας πολιτικής κοινωνικής δικαιοσύνης, αστοχούν ως προς τις επιδιώξεις τους και εμφανίζουν σαφή ανακολουθία στη λογική τους. Αυτή η λογική της πρωταρχικότητας της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, που ταλάνισε αφόρητα το εργατικό κομμουνιστικό κίνημα του 20ου αιώνα (και συνεχίζει να το κάνει και σήμερα), στην καλύτερη περίπτωση καταλήγει στην αναπαραγωγή λειτουργίας μορφών ενός κρατικού ή και ταυτόχρονα ιδιωτικού καπιταλισμού (τα παραδείγματα του σοβιετικού και του κινεζικού υποδείγματος είναι καθοριστικά), και σε καμία περίπτωση δεν απολήγει στον στόχο της κοινωνικής δικαιοσύνης που δηλώνεται ότι υποστηρίζεται.
Μόνον η ριζική αναδιανομή αυτής της καπιταλιστικής κερδοφορίας που έχει ανακάμψει, με την ακύρωση του συνολικού φάσματος των εφαρμοστικών νόμων των μνημονίων, είναι σε θέση να ανταποκριθεί στην βασική και θεμελιακή ικανοποίηση των εργατικών λαϊκών αναγκών, που έχουν πληγεί και αποψιλωθεί από τις νεοφιλελεύθερες αναδιαρθρώσεις. Αυτός ο κεντρικός πολιτικός στόχος της Αριστεράς και του λαϊκού κινήματος, εκφεύγει από το πεδίο της λογικής της πρωταρχικής ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, και βρίσκεται στην τροχιά της στρατηγικής μετασχηματισμού των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής που αντιπροσωπεύει και τον υπαρξιακό λόγο υπόστασης του κινήματος της εργατικής χειραφέτησης. Ωστόσο αυτό θέτει τα ζητήματα σε εντελώς διαφορετική βάση, δίνοντας την έμφαση στην ανάδειξη σοσιαλιστικών σχέσεων παραγωγής ως προϋπόθεσης για την πλήρη δημιουργική απελευθέρωση των παραγωγικών δυνάμεων.
Μια τέτοια αντικαπιταλιστική προοπτική στη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα, που επιζητεί την ανατροπή της τάξης των «memorandum perennis», είναι φανερό ότι δεν μπορεί να συμβαδίσει με την ταυτόχρονη παραγωγική απογείωση της εθνικής οικονομίας, του καπιταλιστικού παραγωγικού συστήματος. Κι’ αυτό γιατί ο σύγχρονος ελληνικός καπιταλισμός, αφού είδε την κερδοφορία του να εκσφενδονίζεται στα τάρταρα στα 2010 εξ αιτίας της εγγενούς του κρίσης υπερσυσσώρευσης, φρόντισε και κατόρθωσε να επιβάλει, από κοινού με τα όργανα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, και σε διαπλοκή με τον εθνικό δανεισμό και τη λειτουργία της ευρωζώνης, τα τρία αλλεπάλληλα μνημόνια, προκειμένου να εξασφαλίσει τους όρους της αναπαραγωγής του, και αν όχι της ανάπτυξης, τουλάχιστον της ανάκαμψης της κερδοφορίας του. Συνεπώς το πριόνισμα των τριών θεμελιωδών μνημονιακών πυλώνων του συστήματος αστικής κυριαρχίας, σε σημαντικό βαθμό οδηγεί στην κατάργηση των προϋποθέσεων κερδοφόρας αναπαραγωγής του (νέες μορφές συσσώρευσης ζημιών, μαζικές εκκαθαρίσεις επιχειρήσεων κλπ. δηλαδή τάσεις αστικής οικονομικής κατάρρευσης).
Γίνεται δηλαδή αντιληπτό ότι μια ριζοσπαστική αντιμνημονιακή πολιτική, που εκ της φύσεώς της έχει αντικαπιταλιστικά χαρακτηριστικά, δεν μπορεί παρά να προσλάβει ευθέως μια σοσιαλιστική φυσιογνωμία καθολικής παραγωγικής αναδιοργάνωσης με βάση τα κριτήρια ικανοποίησης των ζωτικών λαϊκών αναγκών, παραγωγικής διαχείρισης των ίδιων των εργατικών συλλογικοτήτων, γενικευμένου κοινωνικού ελέγχου, παραγκωνισμού της λειτουργίας των ανταγωνιστικών διαδικασιών, εγκαθίδρυσης της δημοκρατικής εξουσίας των εργαζομένων τάξεων κ.ά. : Σχετικά μ’ αυτή την αναγκαιότητα δεν μπορεί να υπάρχει καμία πολιτική αυταπάτη. Ανάμεσα στη σημερινή συγκυρία της ανάκαμψης της καπιταλιστικής κερδοφορίας και της παράλληλης κοινωνικής εξαθλίωσης και στην αποκατάσταση μιας κοινωνικής δικαιοσύνης δεν μπορεί να διαμεσολαβούν κάποια «στάδια» επιχειρηματικής ανάπτυξης εθνικού ανεξαρτησιακού χαρακτήρα : Μόνον ένα ενδιάμεσο σοσιαλιστικό μεταβατικό πρόγραμμα μπορεί να έχει οργανική θέση. Ούτε κάτι περισσότερο (εδώ και τώρα «κομμουνισμός»), ούτε κάτι λιγότερο (παραπομπή του σοσιαλισμού στις ελληνικές καλένδες).