Άρθρο του Ανέστη Ταρπάγκου

Η γενικευμένη εξάπλωση του ακροδεξιού εθνικισμού
Η ιταλική περίπτωση των κοινοβουλευτικών εκλογών των αρχών του Μαρτίου 2018 υπήρξε η τελευταία όπου καταγράφηκε μια ισχυρή άνοδος των δυνάμεων του εθνικισμού, του ρατσισμού και του νεοναζιστικού φαινομένου, με το 18% που απέσπασε η Λέγκα του Βορρά, στα πλαίσια της συμμαχίας της με την Φόρστα Ιταλία του Μπερλουσκόνι (14%) και τα Αδέλφια της Ιταλίας (6%). Αυτό το γεγονός τείνει πλέον να καταστήσει αυτές τις δυνάμεις μια βασική πολιτική παράμετρο του ευρωπαϊκού πολιτικού φάσματος, σε μια πορεία γενίκευσης στο σύνολο σχεδόν των ευρωπαϊκών χωρών και συνεχόμενης σχετικής διεύρυνσης της επιρροής τους. Άλλωστε είναι πολύ μικρό το χρονικό διάστημα που μας χωρίζει από τις τελευταίες αυστριακές εκλογές του 2017 όπου το αντίστοιχο ακροδεξιό «Κόμμα της Ελευθερίας της Αυστρίας» απέσπασε ήδη 26%, και συμμαχώντας με το συντηρητικό χριστιανοδημοκρατικό κόμμα του Σ. Κούρτζ που είχε έρθει πρώτο (31,5%), σχημάτισε από κοινού κυβέρνηση. Κι’ είχαμε εξίσου προηγούμενα το ακροδεξιό «Κόμμα της Προόδου» της Νορβηγίας να αποσπά το 15% της λαϊκής ετυμηγορίας και να σχηματίζει από κοινού κυβέρνηση με το δεξιό φιλοευρωπαϊκό «Συντηρητικό Κόμμα» που είχε αποσπάσει το 25% των ψήφων.

Βέβαια αυτό το φαινόμενο δεν περιορίζεται σ’ αυτές τις τρεις ευρωπαϊκές χώρες, αλλά έχει αναπτυχθεί εξίσου τόσο υπόλοιπη Δυτική όσο και Ανατολική Ευρώπη με χαρακτηριστικότερες περιπτώσεις : Στην Σκανδιναβία, πέραν της νορβηγικής περίπτωσης, πρόκειται για το κόμμα των «Σουηδών Δημοκρατών», που έχει εθνικιστικά και ρατσιστικά χαρακτηριστικά και φτάνει το 13% της λαϊκής ετυμηγορίας. Και αντίστοιχα η λαϊκιστική άκρα δεξιά του «Κόμματος των Φιλλανδών» με το 17,5% των ψήφων, που παρουσιάζεται ως κόμμα «εργατικό χωρίς σοσιαλισμό». Στον ίδιο τον πυρήνα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στην περίπτωση της γαλλικής κοινωνίας, είναι πλέον εμπεδωμένη η υπόσταση του Εθνικού Μετώπου (σήμερα Εθνικού Συναγερμού) της Μ. Λεπέν, της οποίας η εκλογική επιρροή ξεκινάει από το 13% των βουλευτικών εκλογών, έφτασε στο 21% του πρώτου γύρου των προεδρικών εκλογών για να καταλήξει στο 35% του δευτέρου γύρου των προεδρικών εκλογών, με σύγχρονο προσανατολισμό την συμμαχική προσέγγιση με την γαλλική ρεπουμπλικανική δεξιά.
Αντίστοιχες οι περιπτώσεις στην Κεντρική Ευρώπη του «Κόμματος για την Ανεξαρτησία της Βρετανίας» (UKIP) του Ν. Φάρατζ, σχηματισμός εθνικιστικός, αντιμεταναστευτικός και ευρωσκεπτικιστικός, που μπορεί στις τελευταίες βουλευτικές εκλογές να έπεσε στο 2%, δεν παύει όμως να είναι ο σχηματισμός που στις τελευταίες Ευρωεκλογές είχε κατακτήσει την πρώτη θέση με το 26,5%, αφήνοντας πίσω τους Συντηρητικούς και τους Εργατικούς. Και παράλληλα η «Εναλλακτική για τη Γερμανία» (AfD), που κέρδισε την τρίτη θέση στο γερμανικό πολιτικό σύστημα με το 12,5% που πέτυχε, αφήνοντας πίσω της τους «Φιλελευθέρους», τους «Πράσινους» και την «Αριστερά». Παράλληλα στις Κάτω Χώρες, καταγράφεται η παρουσία του ολλανδικού «Κόμματος της Ελευθερίας» του Γκ. Βίλντερς με το 13% των ψήφων, με φυσιογνωμία αντιμουσουλμανική και εναντίωση στην ευρωπαϊκή ενοποίηση. Τέλος στην περίπτωση της Δανίας, το «Λαϊκό Κόμμα», χωρίς να φτάνει στον ανοιχτό νεοναζισμό, είναι εθνικιστικό και ξενοφοβικό, συγκεντρώνοντας μάλιστα το 21% του εκλογικού σώματος.

Στην περίπτωση της Ανατολικής Ευρώπης, στην ουγγρική περίπτωση, και παρόλη την ύπαρξη μιας ισχυρής συντηρητικής δεξιάς, σημαντική είναι η παρουσία του “Jobbik” του Γκ. Βόνα με 20% της λαϊκής επιρροής, και χαρακτηριστικά ακροδεξιά, αντιευρωπαϊκά και ρατσιστικά. Ακόμη περισσότερο στην Σλοβακία όπου λειτουργούν δύο πολιτικοί σχηματισμοί ακροδεξιάς έμπνευσης και πρακτικής : Το «Εθνικό Κόμμα Σλοβακίας» υπό τον Α. Ντάνκο με 8,5% των ψήφων, και το «Λαϊκό Κόμμα Σλοβακίας» του Μ. Κοτλέμπα με εκλογική επιρροή 8% επίσης. Η Τσεχία δεν θα μπορούσε να αποτελέσει εξαίρεση εφόσον περιλαμβάνει τον σχηματισμό «Ελευθερία και Άμεση Δημοκρατία» του Τ. Οκαμούρα με το 10,5% των εκλογικών εκπροσωπήσεων, όπως και η Πολωνία με το εθνικιστικό και ακροδεξιό «Εθνικό Κίνημα» με την μορφή της συμμαχίας “Kukiz 15”.Τέλος, σε βαλκανικό επίπεδο, δραστηριοποιείται το ακροδεξιό εθνικιστικό σχήμα του Β. Σέσελι «Ριζοσπαστικό Κόμμα Σερβίας» που φτάνει το 8% των εκπροσωπήσεων. Παράλληλα στη βουλγαρική περίπτωση πρόκειται για το συντηρητικό εθνικιστικό σχήμα «Ενωμένοι Πατριώτες» του Β. Σιντερόφ με το 9% των ψήφων. Στην ελληνική περίπτωση η Χρυσή Αυγή με την σταθεροποιημένη κοινοβουλευτική παρουσία του 7%, ενώ εντάσσεται στο νεοναζιστικό ρεύμα, αντιπροσωπεύει μια διαφορετική περίπτωση στο μέτρο που συνιστά μια εγκληματική συμμορία ανοιχτά νεοφασιστικής μορφής, και διαφοροποιείται από όλο το νεοσυντηρητικό και ευρωσκεπτικιστικό ρεύμα στο οποίο αναφερόμαστε.

Παραλληλία «δημοκρατικών» και ακροδεξιών δυνάμεων

Με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, και παράλληλα με μια ιστορική διαδικασία στασιμότητας ή και συρρίκνωσης της Αριστεράς (η πρόσφατη περίπτωση του ιταλικού Potere al popolo είναι χαρακτηριστική), το αστικό μπλοκ πολιτικών δυνάμεων δεν συγκροτείται πλέον μόνον από τους δύο κλασικούς πόλους της συντηρητικής και σοσιαλδημοκρατικής πολιτικής, αλλά περιλαμβάνει πλέον σταθερά μια τρίτη συνιστώσα της εθνικιστικής, ρατσιστικής, ευρωσκεπτικιστικής ακροδεξιάς, η οποία διαδραματίζει πλέον και αυτή σημαντικό ρόλο στην διαμόρφωση των πολιτικών πραγμάτων. Αυτή δεν αποτελεί ένα πολιτικό ρεύμα εκτός του αστικού συνταγματικού ρεπουμπλικανικού τόξου, όπως αρέσκονται ορισμένοι να την εμφανίζουν, αλλά μία βαρύνουσα πλέον διάσταση της ευρωπαϊκής αστικής πολιτικής. Μάλιστα εμφανίζεται και λειτουργεί με τρεις διακριτές μορφές που δείχνουν και την αντίστοιχη σημασία της. Στην πρώτη περίπτωση αυτές οι δυνάμεις δεν παρουσιάζονται αυτοτελώς, αλλά λειτουργούν ενσωματωμένες εντός των κοινοβουλευτικών συντηρητικών κομμάτων, όπως συμβαίνει με την ισπανική και πορτογαλική δεξιά («Λαϊκό Κόμμα» και «Η Πορτογαλία Μπροστά»), εξ αιτίας της ίδιας της δικτατορικής εμπειρίας των δύο αυτών χωρών της ιβηρικής χερσονήσου. Και αντίστοιχα λειτουργούν αυτές οι δυνάμεις με τη ελληνική «Νέα Δημοκρατία», εντός της οποίας βρίσκουν καταφύγιο και παίζουν καθοριστικό ρόλο. Χαρακτηριστική τέλος είναι η περίπτωση των βρετανών συντηρητικών, στους οποίους ενσωματώνεται ένα πολύ σημαντικό μέρος αυτών των δυνάμεων, εφόσον Τόρυδες και UKIP, αποτελούν κατά κάποιον τρόπο συγκοινωνούντα δοχεία.

Σε μια δεύτερη περίπτωση πρόκειται ανοικτά για την συμμαχία των σχηματισμών του εθνικισμού και της ακροδεξιάς με τα κλασικά συντηρητικά κόμματα, όπως συμβαίνει ήδη στην Αυστρία, στη Νορβηγία, και με εκλογικούς μέχρι σήμερα όρους στην Ιταλία. Και μάλιστα πρόκειται για κυβερνητικές συμμαχίες όπου συνυπάρχουν οι κατευθύνσεις του ευρωπαϊσμού με τις τοποθετήσεις του ευρωσκεπτικισμού. Τέλος στην τρίτη περίπτωση έχουμε να κάνουμε με την αυτοτελή μορφή υπόστασης και δράσης αυτών των σχημάτων, όπως συμβαίνει στις περισσότερες περιπτώσεις ευρωπαϊκών χωρών. Σ’ αυτή την περίπτωση τα κόμματα αυτά ασκούν επιρροή στην αντιμετώπιση των κοινωνικών και οικονομικών ζητημάτων και σε κάθε περίπτωση λειτουργούν ενισχυτικά στην εφαρμογή των νεοφιλελεύθερων αναδιαρθρώσεων που εφαρμόζονται σε πανευρωπαϊκό επίπεδο.
Η γένεση αυτού του τρίτου αστικού πολιτικού ρεύματος και η ανάπτυξή του στο ευρωπαϊκό προσκήνιο έχει να κάνει πρωτίστως με τις δυσμενείς κοινωνικές συνέπειες που έχουν προκληθεί στις ευρωπαϊκές κοινωνίες από την εφαρμογή των νεοφιλελεύθερων πολιτικών, τα φαινόμενα της καπιταλιστικής κρίσης και τις πολιτικές αναδιαρθρώσεων που συντονίζονται και υλοποιούνται στα όργανα της ευρωπαϊκής καπιταλιστικής ολοκλήρωσης. Ταυτόχρονα συνδέεται με την ιστορική παρακμή σημαντικών ρευμάτων του ευρωπαϊκού αριστερού κινήματος, το οποίο ως εκφραστής των πληβειακών στρωμάτων δεν κατόρθωσε να συσπειρώσει και να κινητοποιήσει αποτελεσματικά αυτό τον πληττόμενο λαϊκό κόσμο, ιδιαίτερα στη γαλλική, ιταλική και ελληνική περίπτωση : Μετάλλαξη του ΚΚΙ σε κεντρώο Δημοκρατικό Κόμμα, δύο φορές συνεχόμενα συμμετοχή της Κομμουνιστικής Επανίδρυσης στις κεντροαριστερές κυβερνήσεις του Ρ. Πρόντι, οικονομισμός, καιροσκοπισμός και σεχταρισμός του ΓΚΚ που το οδήγησε από το ιστορικό 20% στο 3%, εκκωφαντική χρεοκοπία και νεοφιλελεύθερη μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ στην ελληνική πραγματικότητα. Απεναντίας στις περιπτώσεις της εμφάνισης και γόνιμης παρέμβασης της «Ανυπότακτης Γαλλίας», της γερμανικής «Αριστεράς», των ισπανικών Unidos Podemos, του βρετανικού Εργατικού Κόμματος και της πορτογαλικής Αριστεράς (Μπλόκο + Πορτογαλικό ΚΚ), και ανεξάρτητα προς ώρας από τα σύγχρονα χαρακτηριστικά αυτών των σχηματισμών (=συνδυασμός ριζοσπαστισμού και μεταρρυθμισμού), συγκρατήθηκε σε έναν ορισμένο βαθμό η μεταστροφή των πληττομένων λαϊκών τάξεων προς την ακροδεξιά.

Στο ίδιο το επίπεδο της πολιτικής γραμμής, τα ευρωπαϊκά σχήματα του ακροδεξιού εθνικισμού δεν τοποθετούνται ουσιαστικά εκτός κάποιου «δημοκρατικού συνταγματικού τόξου», γιατί συμμετέχουν κανονικά στο κοινοβουλευτικό και εκλογικό πολιτικό παιχνίδι, βρίσκονται μακράν εγκληματικών συμμορίτικων πρακτικών (εν αντιθέσει με την ελληνική Χρυσή Αυγή), και κυρίως υποστηρίζουν ένα μεγάλο μέρος των πολιτικών θέσεων των κλασικών αστικών δυνάμεων (συντηρητικών και σοσιαλδημοκρατικών), χωρίς ουσιαστικές διαφοροποιήσεις. Δεν ήταν μόνον ο γαλλικός «Εθνικός Συναγερμός» που είναι ο πλέον ακραιφνής υποστηρικτής της πολιτικής του Medef (γαλλικού ΣΕΒ), αλλά οι ίδιες οι κυβερνήσεις των Φ. Ολάντ και Ε. Μακρόν που με αλλεπάλληλα νομοθετήματα επέφεραν συντριπτικά πλήγματα στον γαλλικό Κώδικα Εργασίας : Μεταρρύθμιση Ε. Μακρόν το 2015, νόμος Μυριάμ Ελ Κομρί το 2016, διατάγματα Ε. Μακρόν 2017. Και αντίστοιχα δεν χρειάστηκε η «Εναλλακτική για τη Γερμανία» για να αποδομήσει τις προστατευτικές διατάξεις της εργασίας στην γερμανική βιομηχανία και υπηρεσίες : Δεν ήταν παρά η γερμανική σοσιαλδημοκρατία του Γκ. Σρέντερ που επέβαλε την Ατζέντα 2010 στο πρώτο μισό της δεκαετίας του 2000 με τις αλλεπάλληλες νομοθετικές ρυθμίσεις Χάρτζ.
Αλλά και στο επίπεδο των δημοκρατικών ελευθεριών είναι οι ίδιες οι κυβερνήσεις των σοσιαλδημοκρατών στη Γαλλία που παραβιάζουν την δημοκρατική κοινοβουλευτική διαδικασία, εφόσον όλες οι νομοθετικές ρυθμίσεις αποδόμησης των εργατικών δικαιωμάτων της τελευταίας τριετίας παρέκαμψαν την ψηφοφορία της Εθνοσυνέλευσης (παρέκκλιση άρθρου 49 του γαλλικού Συντάγματος) και εγκρίθηκαν με προεδρικά διατάγματα. Και δεν ήταν παρά το ισπανικό «Λαϊκό Κόμμα», με την πλήρη συνέργεια του PSOE, που παραβίασαν κάθε δημοκρατικό δικαίωμα του καταλανικού πληθυσμού (ανεξάρτητα από την αντίληψη που μπορεί να έχει κανείς για την αυτοδιάθεση της Καταλωνίας), κατά τον πλέον αστυνομικό και αυταρχικό τρόπο. Και δεν ήταν η εγκληματική συμμορία της Χρυσής Αυγής που επενέβη βίαια για την ακύρωση του δημοψηφίσματος του 62% του «όχι» στα μνημόνια του λαϊκού κόσμου στην ελληνική περίπτωση, αλλά ήταν η ίδια η μεγάλη κοινοβουλευτική πλειοψηφία του ΣΥΡΙΖΑ, από κοινού με τα άλλα αστικά μνημονιακά κόμματα, που καταπάτησαν βάναυσα και πραξικοπηματικά την ελεύθερη έκφραση της βούλησης των λαϊκών τάξεων.

Τα τρία αυτά, μεταξύ πολλών άλλων, παραδείγματα καταδεικνύουν το γεγονός ότι η κλασική αστική πολιτική κινείται σε πλήρη παραλληλία με τις πολιτικές των ακροδεξιών αστικών κομμάτων, που είναι η πλέον ακραιφνής και χωρίς προσχήματα έκφραση της πολιτικής του σύγχρονου ακραίου νεοφιλελευθερισμού. Άλλωστε, και στο επίπεδο της εφαρμογής δρακόντειων αντιμεταναστευτικών πολιτικών, δεν είναι βέβαια μόνον η «Εναλλακτική για τη Γερμανία» ή ο «Εθνικός Συναγερμός» κλπ. που έχουν ως σημαία τους την «φυλετική καθαρότητα» και την ενοχοποίηση των «ξένων προσφύγων», αλλά ολόκληρο το φάσμα των ευρωπαϊκών αστικών δυνάμεων που ορθώνει ανυπέρβλητους φραγμούς στα εθνικά τους σύνορα.

Ενδοαστική ευρωπαϊκή αντίθεση και αριστερή της υπέρβαση

Το μοναδικό και υπαρκτό ζήτημα που δημιουργεί την αντιπαλότητα μεταξύ των δύο πόλων της αστικής πολιτικής, δηλαδή συντηρητικών – σοσιαλδημοκρατών και εθνικιστών ακροδεξιών, είναι το ζήτημα της στάσης απέναντι στη λειτουργία της ευρωζώνης και της ευρωπαϊκής ενοποίησης συνολικότερα. Ο μεν πρώτος πόλος υπεραμύνεται όλων των μορφών νομισματικής, οικονομικής και πολιτικής ολοκλήρωσης, παρόλες τις μέχρι σήμερα συνέπειές τους (από τη Λευκή Βίβλο μέχρι τη Συνθήκη της Λισαβόνας και από το Ευρωσύνταγμα μέχρι την Συνθήκη Σταθερότητας κλπ.) και τις δυσμενέστατες κοινωνικές συνέπειες ολόκληρου του συνεχούς φάσματος των νεοφιλελεύθερων αναδιαρθρώσεων, ο δε δεύτερος υποστηρίζει την αποδέσμευση από τους ευρωπαϊκούς μηχανισμούς, στη λογική της επανόδου στο πεδίο της αυτόνομης εθνικής πολιτικής, της ανεξαρτησίας και της αυτοτελούς οικονομικής και νομισματικής πολιτικής. Μπορεί η ιστορική τάση της ολοκληρωτικής ενσωμάτωσης των εθνικών καπιταλισμών στην ενιαία αγορά και στο κοινό νόμισμα να είναι η κυρίαρχη πολιτική των ευρωπαϊκών αστικών τάξεων, ωστόσο όμως είναι πλέον εμφανής μέσα από την πολιτική παρουσία του ρεύματος του εθνικισμού, του ακραίου συντηρητισμού και της ξενοφοβίας η τάση αμφισβήτησης της ευρωπαϊκής οικονομικής ολοκλήρωσης.
Προφανέστατα οι ευρωπαϊκές ρυθμίσεις στο επίπεδο των εργασιακών σχέσεων, των δημοσιονομικών πολιτικών, των νομισματικών συναλλαγών, που έχουν την στήριξη της πλειονότητας των ευρωπαϊκών αστικών δυνάμεων, έχουν προκαλέσει κατεδαφίσεις εργατικών δικαιωμάτων, περιοριστικές επενδυτικές πολιτικές, επικράτηση των πλέον ανταγωνιστικών οικονομιών έναντι των υπολοίπων κλπ. Ο ευρωσκεπτικισμός άρα της εθνικιστικής ακροδεξιάς έχει έδαφος ανάπτυξης της επιχειρηματολογίας του, ωστόσο όμως δεν γίνεται πάνω στο έδαφος αυτών των διαπιστώσεων, στο μέτρο που ένα μεγάλο φάσμα νεοφιλελεύθερων αναδιαρθρώσεων των ευρωπαϊκών οργάνων είναι αποδεκτό ούτως ή άλλως και υποστηρίζεται από αυτό το πολιτικό ρεύμα.

Από την άλλη πλευρά, οι καταστρεπτικές συνέπειες της μεγάλης και παρατεταμένης κρίσης υπερσυσσώρευσης του κεφαλαίου, που είναι εμφανείς στο μεγαλύτερο μέρος των ευρωπαϊκών χωρών τίθενται στο απυρόβλητο από τους εκπροσώπους της ακραίας συντηρητικής και εθνικιστικής παράταξης, ακριβώς γιατί είναι οι πλέον ακραιφνείς υποστηρικτές της. Γι’ αυτό και πραγματοποιούν σε σημαντικό βαθμό την «μετάθεση» των αιτιών της κοινωνικής παραφθοράς στους «ξένους» (είτε πρόκειται για τους μετανάστες είτε πρόκειται για τους υπερεθνικούς ευρωπαϊκούς θεσμούς), προβάλλοντας έτσι την αποκατάσταση του πατριωτικού μεγαλείου, της ιδιαιτερότητας του έθνους και της φυλής, την αποκατάσταση της εθνικής ανεξαρτησίας, προσπαθώντας να αναδείξουν μια εθνικιστική διέξοδο ικανοποίησης των επιμέρους «εθνικών δικαίων». Αυτός ο ευρωσκεπτικισμός έχει βαθύτατα αστικά χαρακτηριστικά, επιχειρεί να θέσει το ζήτημα του ανταγωνισμού των εθνικών καπιταλισμών σε νέα «ανεξαρτησιακά» πλαίσια, και προφανέστατα οι εθνικές επικλήσεις του έχουν να κάνουν και με την στήριξη τμημάτων των εθνικών κεφαλαίων στο ενιαίο ευρωπαϊκό οικονομικό πεδίο. Πρόκειται τελικά για μια ενδοαστική αντιπαράθεση που εκφράστηκε με τον πλέον ανάγλυφο τρόπο στην περίπτωση του βρετανικού Brexit, που δεν αναιρεί σε καμία περίπτωση την εφαρμογή των νεοφιλελεύθερων αναδιαρθρώσεων είτε από την φιλοευρωπαϊκή σκοπιά, είτε από την ευρωσκεπτικιστική.

Η αντιπαράθεση για την κατάργηση της ευρωζώνης και την διάλυση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης μεταξύ κλασικών αστικών δυνάμεων (συντηρητικών και σοσιαλδημοκρατικών και ακροδεξιών εθνικιστικών) γίνεται μέσα στα πλαίσια των ενδοαστικών ευρωπαϊκών πλαισίων, θέτοντας στο απυρόβλητο τις πολιτικές του ακραίου νεοφιλελευθερισμού που συνολικά υποστηρίζουν και τα δύο αστικά ρεύματα. Κατά τούτο είναι άγονη από την άποψη των λαϊκών ευρωπαϊκών συμφερόντων, και σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί να κατέχει την πρωταρχική θέση στην πολιτική της Αριστεράς. Κι’ αυτό γιατί τα σημερινά φαινόμενα οικονομικής κρίσης και υποβάθμισης των εργατικών τάξεων έχουν πρωτίστως στην αφετηρία τους την παρατεταμένη κρίση καπιταλιστικής υπερσυσσώρευσης. Σημαντικός από αυτή την άποψη ο ρόλος των οργάνων της ευρωπαϊκής ενοποίησης ως κέντρων συντονισμού της ενιαίας επιβολής των νεοφιλελεύθερων αναδιαρθρώσεων και των νομισματικών και περιοριστικών δημοσιονομικών πολιτικών, κυρίως όμως ως συνεπαγόμενα φαινόμενα της πρωταρχικής αιτίας της καπιταλιστικής κρίσης και των όρων διαχείρισής της προς όφελος των εργοδοτικών δυνάμεων.
Σ’ αυτό το επίπεδο παρεμβάλλεται η στάση των πολιτικών σχηματισμών της Αριστεράς σε κεντρικές ευρωπαϊκές χώρες και συγκεκριμένα : Γι’ αυτές το αναντικατάστατο πεδίο της ταξικής, κοινωνικής και πολιτικής διαπάλης, είναι η ολόπλευρη αντιπαλότητα σ’ αυτές τις νεοφιλελεύθερες αναδιαρθρώσεις (π.χ. αποδόμηση εργασιακών σχέσεων, ιδιωτικοποιήσεις, κατάργηση ασφαλιστικών συστημάτων κλπ.) και τις συνακόλουθες δημοσιονομικές και νομισματικές ρυθμίσεις, που επιτείνουν τους όρους της κοινωνικής εξαθλίωσης, πολύ περισσότερο εξ αιτίας των μεγάλων διαφορών παραγωγικότητας – ανταγωνιστικότητας ορισμένων ευρωπαϊκών οικονομιών έναντι όλων των άλλων. Αυτή η διαπάλη, που διεξάγεται στο εθνικό ταξικό επίπεδο απέναντι στις ακραία νεοφιλελεύθερες πολιτικές των εθνικών αστικών τάξεων, δεν είναι παρά μια αντιπαράθεση που γίνεται ταυτόχρονα προς τις συντονισμένες πολιτικές της Ιερής Ευρωπαϊκής Συμμαχίας. Μόνον η προώθηση αυτών των στόχων, η αλλαγή του κοινωνικού συσχετισμού των δυνάμεων, η διεκδίκηση ανατροπής και ματαίωσής του, είναι σε θέση να κλονίσει, αποδομήσει και οδηγήσει στην κατάρρευση τις θεσμικές και οικονομικές ρυθμίσεις του ευρωπαϊκού κατεστημένου.

Η έξαρση των λαϊκών αγωνιστικών κινητοποιήσεων σε μια κεντρική ευρωπαϊκή χώρα όπως η γαλλική γίνεται υλικά και συγκεκριμένα απέναντι στην κατεδάφιση του Εργατικού Κώδικα από την κυβερνητική πολιτική των σοσιαλιστών, απέναντι στο εγχείρημα επιβολής του επαίσχυντου numerus clausus στο σύστημα εισαγωγής στην πανεπιστημιακή εκπαίδευση, μιας πληγής που ισχύει στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα επί δεκαετίες και ουδόλως αμφισβητείται από τις δυνάμεις της ελληνικής Αριστεράς, που έχουν περί πολλού τον μορφωτικό ανταγωνισμό, την καπιταλιστική αξιοκρατία και τον ιεραρχικό καταμερισμό εργασίας. Εντούτοις σ’ αυτές τις σχετικά ευρείες κινητοποιήσεις το εργατικό και νεολαιίστικο κίνημα επιμένει στους συγκεκριμένους στόχους, δεν τους εγκαταλείπει προκειμένου να διεκδικήσει την έξοδο από την ευρωζώνη και την Ευρωπαϊκή Ένωση : Αυτά εκ των πραγμάτων θα προκύψουν ως συνέπειες της αγωνιστικής υλοποίησης αυτών των στόχων, και μάλιστα σε μια κατεύθυνση με αντικαπιταλιστικά χαρακτηριστικά και σοσιαλιστικό ορίζοντα, και όχι σε μια προοπτική εθνικοπατριωτικής ανεξαρτησίας, τροφοδότησης της εθνικής καπιταλιστικής ανάπτυξης και έντασης των ενδοκαπιταλιστικών εθνικιστικών και οικονομικών ανταγωνισμών.
Επιτέλους ο πρωταρχικός μας αντίπαλος είναι οι ακραία νεοφιλελεύθερες πολιτικές στο έδαφος της κρίσης κεφαλαιακής υπερσυσσώρευσης, στα γήπεδα των εθνικών ταξικών ανταγωνισμών και απέναντι στις αντίστοιχες εθνικές αστικές τάξεις. Ο συντονισμός τους στο επίπεδο της ευρωπαϊκής διεθνοποίησης λειτουργεί εξίσου σε αντιπαλότητα με τα εργατικά συμφέροντα, στο μέτρο που συντονίζει και ολοκληρώνει τις επιμέρους εθνικές αστικές στρατηγικές. Ο αγώνας μας άρα έχει πρωτίστως αντικαπιταλιστικά (στην ελληνική περίπτωση αντιμνημονιακά) χαρακτηριστικά, που η ανάδειξή τους φέρνει στην επικαιρότητα το ζήτημα του σοσιαλισμού στην ευρωπαϊκή ήπειρο. Αυτό είναι επόμενο να συμπαρασύρει τις μορφές της ευρωπαϊκής καπιταλιστικής διεθνοποίησης προς την αποδιάρθρωση και την ανατροπή. Σε κάθε περίπτωση όμως πάντοτε στη βάση της προαγωγής των λαϊκών συμφερόντων χειραφέτησης, της εργατικής διεθνοποίησης και μακράν των σχεδιασμών εθνικών και πατριωτικών κατευθύνσεων, που έλκονται από τα οράματα της εθνικής καπιταλιστικής ανάπτυξης και του «πατριωτικού μεγαλείου».