Άρθρο του Ανέστη Ταρπάγκου

Στις επαναληπτικές αυστριακές προεδρικές εκλογές που πραγματοποιήθηκαν στο τέλος του 2016 είχε αποτραπεί η εκλογή του υποψηφίου του ακροδεξιού «Κόμματος της Ελευθερίας» της Αυστρίας Ν. Χόφερ, ο οποίος και συγκέντρωσε 46% της λαϊκής ετυμηγορίας έναντι του υποψηφίου των «Πρασίνων» Βαν ντερ Μπέλλεν που απέσπασε το 54% και εκλέχθηκε στο προεδρικό αξίωμα της χώρας. Ωστόσο η ανακούφιση από αυτά τα αποτελέσματα δεν κράτησε πολύ, στο βαθμό που στις βουλευτικές εκλογές που ακολούθησαν στη διάρκεια του 2017, καταγράφηκε μια ισχυρή παρουσία του χριστιανικού συντηρητικού κόμματος της Δεξιάς του Σ. Κούρτζ με ποσοστό 31,5 %, ενός σχηματισμού προσανατολισμένου στην ελεύθερη λειτουργία της οικονομίας της αγοράς με καθαρά φιλοευρωπαϊκό προσανατολισμό, ενώ παράλληλα το «Κόμμα της Ελευθερίας της Αυστρίας» με επικεφαλής τον Χ. Κ. Στράχε ήρθε τρίτο με 26%, ελάχιστα κάτω από τους «Σοσιαλδημοκράτες» του Κ. Κερν (27% των ψήφων). Το καινούριο που προέκυψε ήταν ο σχηματισμός συγκυβέρνησης της Δεξιάς με την Ακροδεξιά («Λαϊκό Κόμμα» + «Κόμμα της Ελευθερίας της Αυστρίας»), με συνολική εκλογική δύναμη της τάξης του 57,5%, με δεδομένο ότι η τελευταία είναι ένα εθνικιστικό, ρατσιστικό κόμμα, που επικαλείται την απαγόρευση της μουσουλμανικής μετανάστευσης, την μείωση της φορολογίας των επιχειρήσεων, τον περιορισμό των παρεμβάσεων στην οικονομία.

Αυτές οι πολιτικές εξελίξεις σε μια χώρα που βρίσκεται στην καρδιά της ευρωπαϊκής ηπείρου δείχνουν ότι πλέον έχει ξεκινήσει μια περίοδος όπου η παρουσία, δράση και επιρροή νεοναζιστικού χαρακτήρα πολιτικών σχηματισμών, που συμμετέχουν στο κοινοβουλευτικό παιχνίδι, οδηγούν στην ίδια την κυβερνητική τους συμμετοχή, σε σύμπλευση με τους σχηματισμούς της παραδοσιακής συντηρητικής Δεξιάς, που συμμετέχει στο «Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα». Πρόκειται για την δεύτερη περίπτωση ευρωπαϊκής χώρας που συμβαίνει αυτό, μετά το παράδειγμα της Νορβηγίας, όπου το συντηρητικό φιλοευρωπαϊκό «Συντηρητικό Κόμμα» με 25% της λαϊκής ετυμηγορίας και το ακροδεξιό «Κόμμα της Προόδου» με 15% σχημάτισαν κυβερνητικό συνασπισμό, παρόλο που το «Νορβηγικό Εργατικό Κόμμα» είχε έρθει πρώτο με 27,5% των ψήφων, τη στιγμή που το «Αριστερό Σοσιαλιστικό Κόμμα» είχε έρθει πέμπτο στη σειρά προτίμησης με 6% εκλογική επιρροή. Και σ’ αυτή την περίπτωση το νεοναζιστικό «Κόμμα της Προόδου» είναι φορέας μιας πολιτικής επιβολής του νόμου και της τάξης, περιορισμού των δικαιωμάτων, ιδιωτικοποίησης των δημόσιων υπηρεσιών, αυστηρού περιορισμού της μετανάστευσης.

Κι’ αυτά μάλιστα συμβαίνουν στις ίδιες τις σκανδιναβικές χώρες όπου η σοσιαλδημοκρατική παράδοση αντιπροσωπεύει μια ισχυρή σταθερά στην κοινωνική τους εξέλιξη. Έτσι στην ίδια τη Σουηδία όπου το «Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα» του Σ. Λέβεν καταγράφει μια σχετική πλειοψηφία του 31% του εκλογικού σώματος, και συμμαχεί με του «Πράσινους» του Γ. Φριντολίν των οποίων η επιρροή βρίσκεται στο 7% και το «Αριστερό Κόμμα» του Τζ. Σέστεντ ( 5,5 % των ψήφων), έχει αναπτυχθεί ο σχηματισμός των «Σουηδών Δημοκρατών» του Τζ. Άκεσον με το 13% της λαϊκής ετυμηγορίας, που είναι ένα εθνικιστικό, ρατσιστικό σχήμα της Άκρας Δεξιάς, παράλληλα βέβαια με τον πολιτικό σχηματισμό του Φ. Ράϊνφελντ των «Μετριοπαθών» που συγκεντρώνει το 23,5% και σχηματίζει το ενωτικό συντηρητικό σχήμα της «Συμμαχίας για την Σουηδία», από κοινού με τα άλλα δεξιά σχήματα των «Φιλελευθέρων» (5,5%), του «Κέντρου» (6%) και των «Χριστιανοδημοκρατών» (4,5%). Αντίστοιχα στην γειτονική Φιλανδία όπου κυριαρχεί μια πανσπερμία συντηρητικών κομμάτων όπως το «Κόμμα του Κέντρου» του Ζ. Σιμπίλε (21%), το «Κόμμα της Εθνικής Συμμαχίας» του Α. Στουμπ (18%) κλπ., η λαϊκιστική Άκρα Δεξιά, ρατσιστική και ευρωσκεπτικιστική του «Κόμματος των Φιλανδών» με επικεφαλής τον Τ. Σόϊντ φτάνει στο 17,5%, και εμφανίζεται ως κόμμα «εργατικό χωρίς σοσιαλισμό». Αυτά όταν η «Συμμαχία της Αριστεράς» υπό τον Π. Αρχινμάκι φτάνει μόλις στο 7% των ψήφων και οι «Πράσινοι» στο 8,5%.
Προφανώς και δεν πρόκειται μόνον για την περίπτωση της Αυστρίας και των σκανδιναβικών χωρών : Αν εξετάσει κανείς την περίπτωση των τεσσάρων νότιο-ευρωπαϊκών κρατών συναντά φαινόμενα ισχυρής συντηρητικοποίησης και ακραίου νεοφιλελευθερισμού ακόμη μεγαλύτερης έντασης. Στην περίπτωση της Ιταλικής Δημοκρατίας το γεγονός ότι η κυβερνώσα Κεντροαριστερά του «Δημοκρατικού Κόμματος» στην τελευταία τετραετία άσκησε μια πολιτική νεοφιλελεύθερων αναδιαρθρώσεων, αντίστοιχης και άλλων σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων, την οδηγεί πλέον σήμερα και εν όψει των βουλευτικών εκλογών της ερχόμενης άνοιξης, από την εκλογική δύναμη του 29,5% του 2015 σε εξαιρετικά χαμηλότερες επιδόσεις, με βάση τις διαθέσιμες σφυγμομετρήσεις. Εξ αυτού του λόγου ο συνασπισμός των συντηρητικών και ακροδεξιών κομμάτων, από το 29% που είχε κερδίσει πριν τέσσερα χρόνια, διεκδικεί πλέον την επάνοδο στην διακυβέρνηση της χώρας, εφόσον η επιρροή που καταγράφει εμφανίζεται διευρυμένη. Όπως αποδείχθηκε με τις τελευταίες περιφερειακές εκλογές στη Σικελία η συμμαχία συντηρητισμού – νεοναζισμού της «Φόρτσα Ιτάλια» του Σ. Μπερλουσκόνι, της «Λέγκας του Βορρά» και των «Αδελφών της Ιταλίας», κέρδισε με ευκολία την αναμέτρηση και προετοιμάζεται για την ανάληψη της κεντρικής διακυβέρνησης, μέσα από μια λογική οργανικής σύμφυσης των επιγόνων της παλιάς Χριστιανοδημοκρατίας με τα νεοφασιστικά εθνικιστικά σχήματα.
Παράλληλα στην περίπτωση της γαλλικής κοινωνίας, το «Εθνικό Μέτωπο» της Μ. Λεπέν έφτασε στο απόγειο της επιρροής του εφόσον από το 13% της εμβέλειάς του στις βουλευτικές εκλογές, εκτινάχθηκε στο 21% του πρώτου γύρου των προεδρικών εκλογών για να καταλήξει στο 35% του δεύτερου γύρου. Μάλιστα αν δεν είχε αναδειχθεί μια ορισμένη δυναμική του κινήματος της «Ανυπότακτης Γαλλίας» του Ζ. Λ. Μελανσόν που προσέγγισε σχεδόν το 20% στον πρώτο γύρο των προεδρικών εκλογών (από το 14% που ήταν αθροιστικά η δύναμη «Γαλλικού ΚΚ» και «Ανυπότακτης Γαλλίας» στις κοινοβουλευτικές εκλογές), τα πράγμα θα ήταν ακόμη δυσμενέστερα. Άλλωστε οι ίδιες οι προγραμματικές θέσεις του «Εθνικού Μετώπου» μικρή ή καθόλου διαφορά δεν είχαν από τις ακραία νεοσυντηρητικές θέσεις της «Ρεπουμπλικανικής Δεξιάς» που με τον Φ. Φιγιόν μόλις και έφτασε το 20% του πρώτου γύρου των προεδρικών εκλογών (αντίστοιχο το 21,5% του Φ. Μπαρουέν στις βουλευτικές εκλογές). Άλλωστε το μέγιστο μέρος των ψηφοφόρων των γάλλων ρεπουμπλικανών ήταν εκείνο που υπερψήφισε το «Εθνικό Μέτωπο» στον δεύτερο γύρο των προεδρικών εκλογών.
Στην Ιβηρική Χερσόνησο τα πράγματα εμφανίζονται φαινομενικά διαφορετικά, χωρίς δηλαδή την παρουσία ανοιχτά ακροδεξιών νεοναζιστικών σχηματισμών. Στην περίπτωση της Ισπανίας το «Λαϊκό Κόμμα» του Μ. Ραχόι επιτυγχάνει μια οριακή πλειοψηφία (33%) και σχηματίζει κυβέρνηση με τους «Τσιουνταντάνος» του Α. Ριβέρα, ωστόσο όμως η ισπανική Αριστερά βρίσκεται σε ικανό επίπεδο εκλογικής εκπροσώπησης με τους «Unidos Podemos» (21%), με το «Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα» του Π. Σάντσεθ να προηγείται ελαφρά (22,5%). Και αντίστοιχα στην Πορτογαλία, παρόλη την πρώτη θέση του δεξιού σχηματισμού «Η Πορτογαλία Μπροστά» (συμμαχία «Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος» και «Λαϊκού Κόμματος»), σχηματίζεται κυβέρνηση από το «Σοσιαλιστικό Κόμμα» του Α. Κόστα (32,5%) με την στήριξη των δύο αριστερών σχηματισμών, που η αθροιστική τους επιρροή είναι αντίστοιχη με της ισπανικής Αριστεράς : «Μπλόκο» με επικεφαλής την Κ. Μαρτένς και «Ενωτική Δημοκρατική Συμμαχία» («ΚΚ Πορτογαλίας» + «Οικολόγοι»). Στην πραγματικότητα όμως εκείνο που συμβαίνει είναι ότι οι νεοναζιστικές δυνάμεις διαβρώνουν σημαντικά τους δύο δεξιούς σχηματισμούς («Λαϊκό Κόμμα» + «Η Πορτογαλία Μπροστά»). Ιδιαίτερα μάλιστα στην ισπανική περίπτωση η φρανκική κληρονομιά είναι εμφανέστατη στον σχηματισμό της Δεξιάς, τη στιγμή μάλιστα που το κυβερνών κόμμα ιδρύθηκε το 1989 από το υπουργό του φρανκικού καθεστώτος Μ. Φράγκα. Άλλωστε η στάση του «Λαϊκού Κόμματος» στην διακυβέρνηση της χώρας (συνεχή σκάνδαλα, παρατεταμένη λιτότητα, ωμή αστυνομική καταστολή στο Δημοψήφισμα της Καταλωνίας κλπ.) δεν απέχει αισθητά από την διαχείριση ενός ακροδεξιού σχηματισμού.
Παράλληλη προφανώς αναδεικνύεται η βρετανική περίπτωση όπου στην εκλογική αναμέτρηση του 2017 το «Συντηρητικό Κόμμα» των Τόρυδων πήρε την πρώτη θέση (42,5%), ακολουθούμενο όμως κατά πόδας από το «Εργατικό Κόμμα» που ριζοσπαστικοποιήθηκε σχετικά υπό την ηγεσία του Τζ. Κόρμπιν (40%), με τους «Φιλελεύθερους Δημοκράτες» να ακολουθούν από μακρυά (7,5%), ενώ το «Κόμμα για την Ανεξαρτησία της Βρετανίας» (UKIP), που είναι εθνικιστικό, αντιμεταναστευτικό και ισλαμοφοβικό έπεσε στο 2%. Το γεγονός όμως ότι στις Ευρωεκλογές του 2014 το UKIP υπό την ηγεσία του Ν. Φάρατζ είχε αναδειχθεί πρώτο πολιτικό κόμμα της Βρετανίας με 26,5% της λαϊκής ετυμηγορίας και οι Τόρυδες ήρθαν τρίτοι με το 23% μόνον των ψήφων, καταδεικνύει ότι εντός του «Συντηρητικού Κόμματος» λειτουργεί ένα ισχυρότατο ακροδεξιό ρεύμα με τα πολιτικά χαρακτηριστικά του «Κόμματος για την ανεξαρτησία της Βρετανίας».
Στην περίπτωση των Κάτω Χωρών η κύρια μορφή πολιτικής υπόστασης της εθνικιστικής Δεξιάς εκφράζεται στην Ολλανδία με το «Κόμμα Ελευθερίας» του Γκ. Βίλντερς, που συγκεντρώνει το 13% των ψήφων στις εκλογές του 2017 και είναι ρατσιστικό, αντιμουσουλμανικό και τοποθετείται ενάντια στην ευρωπαϊκή ενοποίηση. Η ίδια η ολλανδική κυβερνητική συμμαχία περιλαμβάνει τα άλλα τρία αστικά κόμματα του «Λαϊκού Φιλελεύθερου Δημοκρατικού Κόμματος» (21,5%), των «Χριστιανοδημοκρατών» (12,5%) και των «Δημοκρατών 66» (12%). Απεναντίας στο γειτονικό Βέλγιο η κύρια πολιτική διχοτόμηση βρίσκεται ανάμεσα σε συντηρητικά και σοσιαλδημοκρατικά κόμματα που τάσσονται είτε στην κατεύθυνση της ανεξαρτησίας της Φλάνδρας είτε εκείνης της Βαλλονίας, με κυρίαρχη την παρουσία των Φλαμανδών έναντι των φραγκοφώνων, ενώ τόσο η Άκρα Δεξιά όσο και η Αριστερά δεν εμφανίζουν αξιοσημείωτα ποσοστά εκλογικής υπόστασης. Τέλος στην περίπτωση της Δανίας το «Λαϊκό Κόμμα» υπό τον Κ. Νταλ εμφανίζει εθνικιστικά χαρακτηριστικά (21% του εκλογικού σώματος), είναι συντηρητικό και ξενοφοβικό, χωρίς να φτάνει στον ανοιχτό νεοναζισμό, ενώ η Αριστερά παρουσιάζεται με δύο εκφράσεις, αφενός την «Ενωτική Λίστα Κόκκινων – Πρασίνων» (8%), και αφετέρου του «Λαϊκού Σοσιαλιστικού Κόμματος» (4%). Σημαντική βέβαια είναι η περίπτωση της Γερμανίας όπου η φθορά που έχουν υποστεί τόσο η «Χριστιανοδημοκρατία» CDU / CSU (33% της λαϊκής ετυμηγορίας) και οι «Σοσιλαδημοκράτες» SPD (20,5%), αλλά και η στασιμότητα της «Αριστεράς» (9%) καθώς και των «Πρασίνων» (9%) και των «Φιλελευθέρων» (10,5%), έδωσαν ώθηση στην ισχυρή ανάπτυξη της «Εναλλακτικής για τη Γερμανία», που κατέκτησε την τρίτη πολιτικά θέση (AFD 12,5%), και η οποία αντιτίθεται στην υποδοχή προσφύγων ενώ υποστηρίζει την διαμόρφωση νομισματικής ένωσης διαφορετικών ταχυτήτων με διαφορετικά σύνολα εθνικών οικονομιών.
Αν τώρα δει κανείς προς την ανατολική Ευρώπη διαπιστώνει ότι το νεοναζιστικό φαινόμενο έχει ακόμη μεγαλύτερη εξάπλωση. Έτσι στην ουγγρική κοινωνία ενώ στην διακυβέρνηση της χώρας βρίσκεται η «Ουγγρική Πολιτική Ένωση» του Β. Ορμπάν με 45% της συντηρητικής και φιλοευρωπαϊκής Δεξιάς, ισχυρότατη παρουσία καταγράφει το «Jobbik» του Γκ. Βόνα με 20% των ψήφων και χαρακτηριστικά ακροδεξιά (χριστιανικές ρίζες, οικονομικός πατριωτισμός, εναντίωση στους ομοφυλοφίλους, αντιευρωπαϊκός προσανατολισμός), ενώ η Αριστερά δεν εμφανίζει μια αξιοσημείωτη παρουσία. Αντίστοιχη παρουσιάζεται η κατάσταση στην Σλοβακία, όπου παρά την πρώτη θέση που κατέχει η «Σοσιαλδημοκρατία» του Ρ. Φίκο με το 28,5% της λαϊκής ετυμηγορίας, και την απουσία αριστερών πολιτικών σχηματισμών, λειτουργούν δύο πολιτικοί σχηματισμοί ακροδεξιάς έμπνευσης : Το «Εθνικό Κόμμα Σλοβακίας» υπό τον Α. Ντάνκο, με 8,5% των ψήφων, που είναι καθαρά εθνικιστικό κόμμα νεοφασιστικού χαρακτήρα καθώς και το «Λαϊκό Κόμμα Σλοβακίας» του Μ. Κοτλέμπα με 8% που υποστηρίζει την ενίσχυση των στρατιωτικών δυνάμεων της χώρας για την αναχαίτιση των «μουσουλμανικών ορδών». Εξαίρεση βέβαια δεν θα μπορούσε να αποτελέσει η Τσεχία, όπου κυριαρχεί το «Κεντρώο Λαϊκό Κόμμα» του πολυεκατομμυριούχου Α. Μπάμπις (29,5%), και όπου λειτουργεί όμως το «Κομμουνιστικό Κόμμα Βοημίας και Μοραβίας» (8% των ψήφων), στο μέτρο που δραστηριοποιείται ο σχηματισμός «Ελευθερία και Άμεση Δημοκρατία» του Τ. Οκαμούρα, σαφώς εθνικιστικό , αντί – μεταναστευτικό και ευρωσκεπτικιστικό που συγκεντρώνει το 10,5 % των εκλογικών εκπροσωπήσεων. Τέλος στην Πολωνία όπου κατέχει δεσπόζουσα θέση το άκρως συντηρητικό κόμμα «Δίκαιο και Δικαιοσύνη» του Μ. Ζύντλο (προηγούμενα αδελφών Καζίνσκι) με 37,5% εκλογική επιρροή, με ευρωσκεπτικιστικούς προσανατολισμούς, με το κόμμα της «Ενωμένης Αριστεράς» του Μπ. Νοβάκα στο 7,5%, λειτουργεί το ακροδεξιό «Εθνικό Κίνημα» με την μορφή της συμμαχίας «Kukiz 15».
Στον βαλκανικό τώρα χώρο και ξεκινώντας από την Σερβία, μετά την περιθωριοποίηση του «Σοσιαλιστικού Κόμματος Σερβίας» υπό τον Ι. Ντάτσις (Μιλόσεβιτς του 1990) με 11%, κυριαρχεί το συντηρητικό, φιλοευρωπαϊκό και εθνικιστικό Κόμμα του Α. Βούτσις «Σερβικό Προοδευτικό Κόμμα» με 48% των ψήφων, ενώ το ακροδεξιό εθνικιστικό σχήμα του Β. Σέσελι «Ριζοσπαστικό Κόμμα Σερβίας» φτάνει στο 8% των εκπροσωπήσεων. Στην περίπτωση της Βουλγαρίας οι ατλαντιστές και φιλοευρωπαίοι του Μπ. Μπορίσοφ «Πολίτες για την ευρωπαϊκή ανάπτυξη της Βουλγαρίας» κατέχει την πρώτη θέση, και ακολουθείται από μια ένωση αριστερών σχημάτων γύρω από το Βουλγαρικό Σοσιαλιστικό Κόμμα «Συμμαχία για την Βουλγαρία» (27% των ψήφων), ενώ ακολουθεί το σχήμα «Ενωμένοι Πατριώτες» του Β. Σιντερόφ με 9%, που είναι κόμμα βαθειά συντηρητικό και εθνικιστικό. Τέλος στη Ρουμανία την πρωτοκαθεδρία κατέχουν οι «Σοσιαλδημοκράτες» του Λ. Ντραγκνέα (40%), και από εκεί και πέρα λειτουργεί μια πανσπερμία κεντροδεξιών σχηματισμών, με την απουσία τόσο αριστερού κόμματος, όσο και ακροδεξιού συντηρητικού σχηματισμού.

Συγκοινωνούντα δοχεία αστικής συντηρητικής και ακροδεξιάς νεοφασιστικής πολιτικής

Εκείνο που παρατηρεί κανείς ευθύς εξ αρχής από αυτή την πολιτική χαρτογράφηση των δυνάμεων κυρίως του συντηρητικού μετώπου (Δεξιάς + νεοναζισμού), είναι ότι τα ακροδεξιά ρεύματα και σχηματισμοί που έχουν αναπτυχθεί την τελευταία περίοδο στην ευρωπαϊκή ήπειρο λειτουργούν με τρεις διαφορετικές μορφές : Είτε δραστηριοποιούνται αυτοτελώς και κατά τρόπο ανταγωνιστικό προς τους συντηρητικούς και σοσιαλδημοκρατικούς πολιτικούς σχηματισμούς, (λ.χ. Γαλλία, Γερμανία) είτε συμπράττουν ευθέως με τα υπόλοιπα δεξιά κόμματα ακόμη και στην περίπτωση σχηματισμού κυβερνήσεων (π.χ. Αυστρία, Νορβηγία και ενδεχομένως σύντομα Ιταλία), είτε ενυπάρχουν εντός των κομμάτων του αστικού συντηρητικού τόξου, επικαθορίζοντας πλευρές της πολιτικής τους (λ.χ. Ισπανία, Πορτογαλία, Βρετανία). Σε σημαντικό δηλαδή βαθμό οι σχηματισμοί Δεξιάς και Νεοναζισμού λειτουργούν μεταξύ τους υπό την μορφή συγκοινωνούντων δοχείων, συναπαρτίζοντας αυτό που μπορεί να αποκληθεί Συντηρητικό Ευρωπαϊκό Μέτωπο.

Στο επίπεδο της ασκούμενης πολιτικής τα προγράμματα των ακροδεξιών κομμάτων, που συνολικά λειτουργούν με όρους κοινοβουλευτικής δημοκρατίας (η υπόσταση και λειτουργία της ελληνικής Χρυσής Αυγής ως καθαρά εγκληματικής συμμορίας αποτελεί την τραγική εξαίρεση στον ευρωπαϊκό κανόνα και δεν είναι εφικτή η διαφοροποίησή της), ταυτίζονται σχεδόν με τις προγραμματικές κατευθύνσεις των κλασικών σχηματισμών του «Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος» : Υποστηρίζουν από κοινού την εντελώς ελεύθερη λειτουργία της οικονομίας της αγοράς χωρίς τον οποιονδήποτε κρατικό παρεμβατισμό. – Στηρίζουν διαδικασίες ισχυρής ενίσχυσης των αστικών κατασταλτικών μηχανισμών για την επιβολή του νόμου και της τάξης. – Είναι υπέρμαχοι της απογύμνωσης του αστικού κράτους από την άσκηση της οποιασδήποτε κοινωνικής πολιτικής και της μείωσης του δημοσιοϋπαλληλικού δυναμικού. – Σε σημαντικό βαθμό συγκλίνουν στην αντιμετώπιση των μεταναστευτικών ροών προσφύγων και μεταναστών και στην λήψη σκληρών μέτρων αποτροπής της εγκατάστασης και απασχόλησής τους. – Είναι υπέρμαχοι της κυριαρχίας της απολυταρχίας του κεφαλαίου στην κοινωνική παραγωγή και της ολοσχερούς καθαίρεσης των εργατικών δικαιωμάτων και ελευθεριών.- Αλλά και στο επίπεδο της προάσπισης της «φυλετικής καθαρότητας» και των μέτρων κατά των προσφύγων, οι ίδιες οι νεοφιλελεύθερες ευρωπαϊκές παρατάξεις συναγωνίζονται σε ρατσισμό τα νεοναζιστικά ρεύματα. Άλλωστε αυτό τούτο το προεδρικό σχέδιο διακυβέρνησης του Ε. Μακρόν στη γαλλική οικονομία τέτοιου είδους μεταλλάξεις προωθεί με διακηρυγμένο τρόπο (διατάγματα Σεπτεμβρίου 2017 για την αποδόμηση του Κώδικα Εργασίας, σημερινό σχέδιο νόμου για το «άσυλο – μετανάστευση», με αφορμή το Καλαί, της γαλλικής κυβέρνησης).

Ο σύγχρονος νεοναζισμός που έχει σημαντική παρουσία στο σύνολο σχεδόν των ευρωπαϊκών χωρών, δεν αντιπροσωπεύει μια ξεχωριστή πολιτική οντότητα, απέναντι στην οποία αντιπαρατίθενται οι άλλες αστικές «δημοκρατικές» δυνάμεις. Απεναντίας εκφράζει συμπυκνωμένα, ανοιχτά και συστηματικά ακραίες πλευρές της νεοφιλελεύθερης πολιτικής, οι οποίες έχουν φτάσει να διαπερνούν το σύνολο σχεδόν των συντηρητικών και σοσιαλδημοκρατικών ευρωπαϊκών σχηματισμών. Είναι απειλή για την «αστική δημοκρατία» όσο είναι εξίσου οι πρακτικές δεξιών και κεντροαριστερών κυβερνήσεων όταν : Οι πολυπληθέστατες μηημονιακές διατάξεις με βαρύνουσες κοινωνικές επιπτώσεις ψηφίζονται στο ελληνικό κοινοβούλιο με τη μορφή του «κατεπείγοντος», αντί του δημοκρατικού διαλόγου, της διαβούλευσης κλπ. Όταν οι γαλλικές κυβερνήσεις των προέδρων Φ. Ολάντ και Ε. Μακρόν επιβάλλουν διατάγματα κατεδάφισης του Κώδικα Εργασίας με το άρθρο 49 του γαλλικού Συντάγματος, παρακάμπτοντας την ψήφο της Εθνοσυνέλευσης. Όταν η ισπανική κυβέρνηση της συντηρητικής Δεξιάς επεμβαίνει με αστυνομική καταστολή για να παρεμποδίσει την ελεύθερη έκφραση της βούλησης των Καταλανών κλπ.
Είναι αντίστοιχα τόσο απειλητικά τα νεοφασιστικά μορφώματα όσο είναι η πλειονότητα των νεοφιλελεύθερων ευρωπαϊκών κυβερνήσεων που καθαιρούν όλα τα θεμέλια του ιστορικού κράτους πρόνοιας και παραδίδουν τις δημόσιες επιχειρήσεις στη λειτουργία της «ελεύθερης αγοράς». Τόσο όσο οι ελληνικές μνημονιακές κυβερνήσεις που δεν έχουν αφήσει καμία κοινωφελή δραστηριότητα που να μην την εκχωρούν στο ιδιωτικό κεφάλαιο. Τόσο όσο οι γερμανικές σοσιαλδημοκρατικές κυβερνήσεις του πρώτου μισού της δεκαετίας του 2000 που επέβαλαν την «Ατζέντα 2010» και τα νομοσχέδια Χάρτς. Τόσο όσο οι βρετανοί συντηρητικοί (υποστηρικτές τόσο του Remain όσο και του Brexit) που έχουν παραδώσει τις ζωές δεκάδων βρετανών βορρά στις φλόγες της μεγάλης πυρκαγιάς εργατικών πολυκατοικιών.
Είναι παράλληλα τόσο απειλητικοί για τα κύματα των προσφύγων και μεταναστών, που οι ίδιοι έχουν προκαλέσει με τις ιμπεριαλιστικές τους επεμβάσεις όσο το σύνολο σχεδόν των εξουσιών της Ευρώπης, οδηγώντας σε μαζικούς πνιγμούς στη Μεσόγειο και σε συνθήκες «αιχμαλωσίας» των προσφύγων σε «στρατόπεδα συγκέντρωσης» της έσχατης εξαθλίωσης, όπως η ελληνική κυβέρνηση, οι κυβερνήσεις των χωρών της πρώην ανατολικής (νυν κεντρικής) Ευρώπης, που ορθώνουν τείχη στην διέλευση των σημερινών «απόκληρων της γης», που έχουν δημιουργήσει την λεγόμενη «ζούγκλα» (διάβαζε κόλαση) του γαλλικού Καλαί. Και είναι τόσο υπερασπιστές των «εθνικών συμφερόντων», του «πατριωτικού μεγαλείου» των επιμέρους κρατών, υπεραμυνόμενοι των καπιταλιστικών συμφερόντων των «εθνικών» τους βιομηχανιών έναντι των «ξένων», όσο αντίστοιχα «κοσμοπολίτες» είναι οι υπέρμαχοι της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης ως πεδίου διεθνοποιημένου ανταγωνισμού των επιμέρους «εθνικών» επιχειρήσεων, εντός του πλαισίου της κοινής αγοράς των 510 εκατομμυρίων κατοίκων : Και ακροδεξιοί σχηματισμοί και οι αστικές νεοφιλελεύθερες κυβερνήσεις απλά υπερασπίζονται τους προσφορότερους τρόπους ο καθένας, για την κερδοφόρα λειτουργία των κεφαλαίων τους (εντός του ευρωπαϊκού ανταγωνισμού ή δια μέσου των εθνικιστικών ανταγωνισμών).
Η μοναδική πολυσήμαντη ωστόσο διαφοροποίηση που αναδεικνύεται και που οδηγεί στην διχοτόμηση της συνολικής συντηρητικής παράταξης είναι η στάση απέναντι στη λειτουργία της ευρωπαϊκής οικονομικής, πολιτικής και νομισματικής ενοποίησης. Συνακόλουθα υποστηρίζεται μια εθνικιστικού χαρακτήρα αναδίπλωση, η ενίσχυση της φυλετικής καθαρότητας και του εθνικού μεγαλείου, η απεξάρτηση της εθνικής παραγωγής από τις ευρωπαϊκές ρυθμίσεις κλπ. Είναι αυτό κυρίως το χαρακτηριστικό της ευρωπαϊκής ακροδεξιάς που διαμορφώνει την αντίθεσή της προς την κυρίαρχη πολιτική που ασκείται από τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα και μηχανισμούς. Άλλωστε η ευρωσκεπτικιστική πτέρυγα του βρετανικού «Κόμματος της Ελευθερίας» και της αντίστοιχης πτέρυγας των Τόρυδων ήταν αυτή που προκάλεσε και ηγεμόνευσε στο δημοψήφισμα για την αποχώρηση της Βρετανίας από την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Η ευρωπαϊκή διεθνοποίηση των εθνικών καπιταλισμών της ευρωπαϊκής ηπείρου που ξεκίνησε από τα μέσα του 20ου αιώνα και συνεχίζεται σήμερα με πολύ πιο προωθημένες μορφές από ό,τι αρχικά, δεν αποτελεί μια επιβολή ενός υπερεθνικού σχηματισμού (πολύμορφη ευρωπαϊκή ολοκλήρωση), ούτε είναι το αποτέλεσμα βουλησιαρχικών επιλογών των εθνικών αστικών τάξεων, αλλά είναι το προϊόν της ίδιας της εγγενούς τάσης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής προς την επέκταση και την διεθνοποίηση, δηλαδή αποτέλεσμα μιας βαθειά οικονομικής διεργασίας. Το ίδιο ιστορικά είχε συμβεί σε εθνικό επίπεδο με τις καπιταλιστικές συγκροτήσεις στις επιμέρους ευρωπαϊκές χώρες στους προηγούμενες αιώνες, όταν η καπιταλιστική επέκταση και κυριαρχία επεδίωκε την κατάλυση των φεουδαρχικών δομών και απαιτούσε την λειτουργία ενός ενιαίου εθνικού οικονομικού και κοινωνικού χώρου, με κοινή νομοθεσία, γλώσσα και πολιτειακή δομή, πράγμα που κατέληξε στην ανάδειξη των αστικών εθνικών κρατών.

Η οικονομική ευρωπαϊκή διεθνοποίηση του κεφαλαίου δεν μπορούσε παρά να αναδείξει και τις κατάλληλες πολιτικές, θεσμικές, οικονομικές και στην τελευταία εικοσαετία νομισματικές μορφές που να αντιστοιχούν κατά τρόπο διεθνικό στη νέα μορφή καπιταλιστικής λειτουργίας, με την διακίνηση εμπορευμάτων, υπηρεσιών, προσωπικού και κεφαλαίων, την εισαγωγή κοινού νομίσματος και την διαμόρφωση κοινών κανόνων σε όλα σχεδόν τα επίπεδα. Είναι σ’ αυτό το σημείο η συντονισμένη παρέμβαση των εθνικών αστικών τάξεων που συγκρότησαν όλο το θεσμικό εποικοδόμημα διαχείρισης, προσανατολισμού και λειτουργίας του διεθνοποιημένου ευρωπαϊκού κεφαλαίου. Αυτός ο προσανατολισμός είναι κοινός σήμερα για το σύνολο των αστικών δυνάμεων, συντηρητικών και σοσιαλδημοκρατικών, με διαφοροποιήσεις στο επίπεδο σχηματισμών της ευρωπαϊκής Αριστεράς. Μάλιστα στην σημερινή περίοδο καταθλιπτικής κυριαρχίας του ακραίου νεοφιλελευθερισμού, όπου η αστική πολιτική μπροστά στην κρίση κεφαλαιακής υπερσυσσώρευσης, επιμένει να εντείνει τα μέτρα των νεοφιλελεύθερων αναδιαρθρώσεων, επόμενο είναι να αναδεικνύονται συνεχείς δυσμενείς συνέπειες για τις λαϊκές τάξεις και συνακόλουθα είναι το συντονιστικό επιτελείο των εθνικών αστικών τάξεων (ευρωπαϊκοί θεσμοί και μηχανισμοί), να υπηρετεί άτεγκτα αυτά τα ακραία νεοφιλελεύθερα μέτρα και επιλογές.

Κατά συνέπεια δεν είναι παρά οι ανάγκες υπέρβασης της κρίσης υπερσυσσώρευσης του κεφαλαίου προς όφελος των αστικών δυνάμεων που δρομολογούν το σύνολο των μέτρων νεοφιλελεύθερης απορρύθμισης, λιτότητας, συρρίκνωσης των κοινωνικών πολιτικών, αποψίλωσης των εργατικών δικαιωμάτων, αποστέρησης των δημόσιων κοινωφελών υπηρεσιών κλπ. Αυτές οι πολιτικές εκπορεύονται από τις εθνικές αστικές τάξεις και συναρθρώνονται στο ευρωπαϊκό θεσμικό κέντρο προκειμένου να αποκτήσουν ενιαία μορφή και κυρίως να επενδυθούν με την ισχύ της ευρωπαϊκής Ιεράς Συμμαχίας έναντι των εργατικών τάξεων των επιμέρους ευρωπαϊκών κρατών. Το ορατό αποτέλεσμα είναι οι μορφές εισοδηματικής συρρίκνωσης των λαϊκών στρωμάτων, εξαθλίωσης και μετάλλαξης των εργασιακών σχέσεων και των μορφών απασχόλησης, προκειμένου να ενισχυθούν τα κέρδη παραγωγικότητας που καταλήγουν στην αφόρητη συμπίεση της μισθωτής εργασίας.
Η απάντηση που δίνεται από τα ακροδεξιά κόμματα της ευρωπαϊκής ηπείρου, τα οποία σήμερα δεν απευθύνονται μονοδιάστατα στις μικροαστικές τάξεις, αλλά κατ’ εξοχήν και κυρίαρχα στα εξαθλιωμένα στρώματα του πληθυσμού, και μπροστά στην συνεχή χρεοκοπία των αστικών πολιτικών (δεξιών και κεντροαριστερών) είναι η επίκληση της «εθνικής αναδίπλωσης» μια και εκτιμάται ότι αυτές οι αντιλαϊκές συνέπειες δεν είναι προϊόν των νεοφιλελεύθερων πολιτικών ανάκαμψης της κερδοφορίας και ανταγωνιστικότητας του κεφαλαίου, αλλά προέρχονται από τους «ξένους» οι οποίοι καταστέλλουν την εθνική ανεξαρτησία, τη δυνατότητα των εθνικών επιλογών, της εθνικής ανάπτυξης της κεφαλαιοκρατικής οικονομίας. Άρα εκείνο που απαιτείται από αυτή τη σκοπιά είναι η αποχώρηση από τον διεθνικό ευρωπαϊκό σχηματισμό, και η απαρχή μιας ανεξάρτητης πορείας των εθνών, που θα λειτουργήσει υποτίθεται θεραπευτικά για τις πληγές που υφίσταται το λαϊκό κοινωνικό σώμα. Εξ αυτού και ο ευρωσκεπτικισμός των νεοναζιστικών ρευμάτων και σχημάτων, που θέτει στο απυρόβλητο τις κυρίαρχες συνέπειες της λειτουργίας της καπιταλιστικής οικονομίας, και «ενοχοποιεί» τους «ξένους δυνάστες» της εθνικής κυριαρχίας, μεγαλείου και υπερηφάνειας.

Στον αντίποδα βέβαια η μεγάλη πλειονότητα των ευρωπαϊκών αστικών δυνάμεων (συντηρητικοί και σοσιαλδημοκράτες, με την εξαίρεση ορισμένων περιπτώσεων (Βρετανία των Τόρυδων, Πολωνία του κόμματος «Δίκαιο και Δικαιοσύνη»), σε σύμπλευση με τις επιδιώξεις των εθνικών αστικών τάξεων, επιδιώκουν την παραπέρα προώθηση των μορφών εμβάθυνσης της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, εντός του γενικού πλαισίου του ακραίου νεοφιλελευθερισμού, προκαλώντας συστηματικά την διαδικασία συνθλιβής των ευρωπαϊκών εργατικών τάξεων. Από την άλλη πλευρά, οι περιορισμένες αριστερές δυνάμεις των ευρωπαϊκών χωρών σε έναν βαθμό εντάσσονται στη λογική της επιδίωξης μιας «δημοκρατικής αναμόρφωσης» των ευρωπαϊκών θεσμών και της υιοθέτησης μιας ορισμένης πολιτικής τερματισμού της λιτότητας. Εντούτοις μια τέτοια επιδίωξη αποδεικνύεται σε σημαντικό βαθμό ανεδαφική στο μέτρο που τοποθετείται μέσα στα πλαίσια αποδοχής της καπιταλιστικής διεθνοποίησης και της ευρωπαϊκής πολιτικής της διαχείρισης, εφόσον ο νεοφιλελευθερισμός είναι εγγεγραμμένος στο DNA του ευρωπαϊκού θεσμικού εποικοδομήματος.

Απεναντίας μια πολιτική της Αριστεράς που επιδιώκει να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά την ανεργία, την καθαίρεση των συνδικαλιστικών ελευθεριών, την ακύρωση του κοινωνικού κράτους πρόνοιας, την υπεράσπιση των δημόσιων κοινωφελών υπηρεσιών, την εισοδηματική αναδιανομή προς όφελος των «από κάτω», δεν μπορεί παρά να αντιπαρατίθεται πρωτογενώς στις νεοφιλελεύθερες αναδιαρθρώσεις απέναντι στους εθνικούς καπιταλισμούς και συνακόλουθα στην υπερεθνική τους ενοποίηση και συντονισμό. Σε καμία περίπτωση οι δυνάμεις του ευρωπαϊκού αριστερού κινήματος δεν μπορούν να βρίσκονται σε παράλληλους πολιτικούς δρόμους με τους σχηματισμούς της ευρωπαϊκής νεοναζιστικής δεξιάς που επικαλούνται την εθνική απεξάρτηση από τους θεσμούς της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, την υιοθέτηση μιας πολιτικής εθνικιστικού πατριωτισμού, την προώθηση μιας ανεξάρτητης ανάπτυξης των εθνικών καπιταλισμών. Όσο αναγκαίος είναι ο παραμερισμός αριστερών προσανατολισμών που όντας ενσωματωμένες στην αστική ευρωπαϊκή λογική επιδιώκουν την ανέφικτη «δημοκρατική αναμόρφωση» της Ευρώπης, άλλο τόσο επιτακτική είναι η ανάγκη διαχωρισμού από τις εθνικιστικές ακροδεξιές ευρωσκεπτικιστικές τάσεις και ρεύματα.

Το κυρίαρχο και πρωταρχικό πεδίο της ταξικής διαπάλης των εθνικών εργατικών και αριστερών κινημάτων είναι η ανάπτυξη τις αντιπαλότητας προς τις νεοφιλελεύθερες αναδιαρθρώσεις που υλοποιούν οι αστικές τάξεις των ευρωπαϊκών χωρών σε σύμπλευση με την Ιερή Συμμαχία τους στο επίπεδο των θεσμών του ευρωπαϊκού εποικοδομήματος. Οι υπαρκτές απεργιακές εργατικές κινητοποιήσεις που αναδείχθηκαν στον ευρωπαϊκό χώρο τα τελευταία χρόνια δεν είχαν ως στόχο την άμεση αποχώρηση των εθνικών κρατών από την Ευρωπαϊκή Ένωση και την Ευρωζώνη, αλλά τις υλικές πολιτικές των αστικών κέντρων, εθνικών και ευρωπαϊκών, που μέσα από τον ακραίο νεοφιλελευθερισμό επιδιώκουν την συντριβή της μισθωτής εργασίας, προκειμένου να διασφαλίσουν την κερδοφορία του κεφαλαίου, μια και αυτό δεν μπορούν να το επιτύχουν από την οποιαδήποτε αύξηση των κερδών της παραγωγικότητας της εργασίας. Στην ελληνική πραγματικότητα ήταν το πανεργατικό απεργιακό κίνημα 2010 – 12 απέναντι στη μείωση των συντάξεων, την περικοπή των μισθών, την αυξανόμενη ανεργία κλπ. Στην γαλλική κοινωνία στη διάρκεια του 2016 ήταν οι απεργιακές δράσεις των γαλλικών συνδικάτων απέναντι στον βομβαρδισμό του Κώδικα Εργασίας από τη νεοφιλελεύθερη διακυβέρνηση του «Σοσιαλιστικού Κόμματος». Στις χώρες της Κεντρικής Ευρώπης (Σλοβακία, Ουγγαρία, Τσεχία, Σερβία) ήταν στη διάρκεια του 2017 οι πολλαπλές και πολυήμερες εργατικές απεργίες στις μεγάλες αυτοκινητοβιομηχανίες για την αύξηση των μισθών και την προάσπιση της «εργατικής αξιοπρέπειας» (Volkswagen , Audi, Fiat Chrysler, Skoda).

Είναι η προώθηση αυτών των συγκεκριμένων μορφών ταξικής διαπάλης στο έδαφος των επιμέρους εθνικών καπιταλισμών που είναι σε θέση, στην ανάπτυξή της, να οδηγήσει στην ανατροπή και στην ήττα των νεοφιλελεύθερων αναδιαρθρώσεων, κλονίζοντας την κάθε φορά αστική ταξική κυριαρχία, και έτσι ταυτόχρονα αποδομώντας την πολιτική επιβολή των θεσμών της καπιταλιστικής ευρωπαϊκής διεθνοποίησης. Συνεπώς η αντιμετώπιση της νεοφιλελεύθερης διαχείρισης της καπιταλιστικής κρίσης σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η αποσταθεροποίηση και αποδόμηση των κυρίαρχων ευρωπαϊκών λογικών και μηχανισμών, δεν μπορεί παρά να είναι το αποτέλεσμα της αλλαγής του ταξικού συσχετισμού των δυνάμεων στους επιμέρους εθνικούς κοινωνικούς σχηματισμούς : Η ευθεία εφαρμογή του συνεδριακού προγράμματος του ΣΥΡΙΖΑ στην αρχή του 2015, πράγμα που ακύρωσαν οι ίδιες οι μικροαστικές τεχνοκρατικές δυνάμεις που ηγεμόνευαν στο εσωτερικό του, θα ήταν αυτή που θα κλόνιζε τόσο τον παραπαίοντα τότε ελληνικό καπιταλισμό, όσο και την συνοχή και ισχύ του ευρωπαϊκού θεσμικού εποικοδομήματος. Δεν φταίει λοιπόν η λειτουργία του ελληνικού καπιταλισμού εντός των πλαισίων της ευρωπαϊκής πολιτικής και νομισματικής ενοποίησης που εξουδετέρωσε το αριστερό πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά η ίδια η μικροαστική ηγεμονική εκσυγχρονιστική του πλειοψηφία που αποποιήθηκε το πρόγραμμά του, λειτούργησε ως βραχίονας της αστικής πολιτικής, και έτσι ενίσχυσε την αστική κυριαρχία σε πανευρωπαϊκό επίπεδο.

Μόνον μια τέτοια πολιτική μπορεί να αντιμετωπίσει στη σημερινή συγκυρία ταυτόχρονα τον ακραίο νεοφιλελευθερισμό των κυβερνητικών συντηρητικών και σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων, όσο και την παρέμβαση και δράση των νεοναζιστικών μορφωμάτων που προβάλλουν απειλητικά στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, και τα οποία ενώ στο κοινωνικό πεδίο ταυτίζονται πλήρως με τις ασκούμενες αστικές πολιτικές, στο ευρωπαϊκό επίπεδο, θέτοντας στο απυρόβλητο τις καπιταλιστικές αιτίες της κοινωνικής κρίσης, ανακαλύπτουν τον εχθρό στους «ξένους» και προάγουν μια εθνικιστική, ρατσιστική και ακροδεξιά αντίληψη πατριωτισμού, ανεξαρτησίας και εθνικού μεγαλείου. Το έδαφος κίνησης, αναπαραγωγής και απελευθέρωσης των ευρωπαϊκών εργατικών τάξεων είναι ο διεθνοποιημένος καπιταλισμός, και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να είναι το πεδίο του εθνικού πατριωτισμού, των ανταγωνισμών των επιμέρους καπιταλισμών. Ο εργατικός διεθνισμός, στη βάση όμως πάντοτε της προαγωγής της ταξικής πάλης στο επίπεδο των επιμέρους εθνικών καπιταλισμών, υπήρξε ένα από τα θεμελιακά χαρακτηριστικά του κινήματος της εργατικής χειραφέτησης.

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.