Στη Βουλή το νομοσχέδιο για το πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής – Τι αναφέρει

0

Κατατέθηκε στη Βουλή το σχέδιο νόμου «Ίδρυση Πανεπιστημίου Δυτικής Αττικής και άλλες διατάξεις». Με το νομοσχέδιο προβλέπεται η ίδρυση Πανεπιστημίου Δυτικής Αττικής ως ΝΠΔΔ, με έδρα το Αιγάλεω, στο οποίο συγχωνεύονται το ΤΕΙ Αθηνών και το ΤΕΙ Πειραιά.

Το νέο ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, το Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής, θα αποτελέσει το τρίτο μεγαλύτερο πανεπιστημιακό ίδρυμα της χώρας σε αριθμό φοιτητών, όπως σημειώνεται στην εισηγητική έκθεση.

Όπως αναφέρει το υπουργείο Παιδείας η πολιτική και τους στόχους του εντάσσεται και η διαμόρφωση του Ενιαίου Χώρου της Ανώτατης Εκπαίδευσης και Έρευνας, αποσκοπώντας στην αναβάθμιση της παρεχόμενης εκπαίδευσης, τη διεύρυνση των ερευνητικών δυνατοτήτων και ταυτοχρόνως την αντιμετώπιση χρόνιων προβλημάτων στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα. Δίνεται, λοιπόν, έμφαση στην ισχυροποίηση των Ιδρυμάτων, ώστε να μπορούν να ανταποκριθούν στις οικονομικές και κοινωνικές ανάγκες σε τοπικό και εθνικό επίπεδο, αλλά και να είναι διεθνώς ανταγωνιστικά σε επιστημονικό, ερευνητικό, ακαδημαϊκό επίπεδο. Η πολιτική αυτή εδράζεται σε πορίσματα του Εθνικού και Κοινωνικού Διαλόγου για την Παιδεία και λαμβάνει μέριμνα για το σύνολο των ιδρυμάτων ανώτατης εκπαίδευσης (πανεπιστήμια και Τ.Ε.Ι.).

Στο πλαίσιο αυτό ιδρύεται και το νέο ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, το Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής, το οποίο θα αποτελέσει το τρίτο μεγαλύτερο πανεπιστημιακό ίδρυμα της χώρας σε αριθμό φοιτητών (εντός κανονικής διάρκειας σπουδών) καθώς θα σπουδάζουν 24.119 φοιτητές μετά από το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης με 31.756 φοιτητές και το Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών με 28.669 αντίστοιχα (Ετήσια Έκθεση ΑΔΙΠ 2014, σελ. 106). Θα αποτελέσει, επομένως, έναν από τους ισχυρότερους ακαδημαϊκούς πόλους σε επίπεδο χώρας και αναμφισβήτητα αναπτυξιακό πυλώνα σε μία από τις πιο υποβαθμισμένες περιοχές του μητροπολιτικού κέντρου της Αττικής.

Οπως υπποστηρίζει το υπουργείο η διαμόρφωση του νέου Πανεπιστημίου γίνεται έχοντας ως αποκλειστικό γνώμονα ακαδημαϊκά κριτήρια, αντίθετα με λογικές επικαλύψεων, πολυδιάσπασης και υπερεξειδίκευσης, με τη δημιουργία Τμημάτων πολλά εκ των οποίων θα θεραπεύουν νέα εντελώς γνωστικά πεδία που δεν υπάρχουν ακόμη στον χάρτη της Ανώτατης Εκπαίδευσης στην Ελλάδα, αλλά έχουν δείξει την μεγάλη δυναμική και την προοπτική τους στις εμπειρίες άλλων χωρών, και αναμένεται να έχουν υψηλό βαθμό απορρόφησης στην αγορά εργασίας. Πρόκειται για γνωστικά αντικείμενα εναρμονισμένα και συμβατά με τις εξελίξεις των επιστημών και με τα αντίστοιχα διεθνή προγράμματα σπουδών υψηλά αξιολογημένων πανεπιστημίων της Ευρώπης και των Η.Π.Α., αλλά και συνυφασμένα με τις τοπικές και εθνικές ανάγκες σε οικονομικούς και κοινωνικούς τομείς αιχμής για την χώρα, ώστε οι ακαδημαϊκές μονάδες να έχουν προοπτικές ισχυρής παρουσίας στον ελληνικό και διεθνή χώρο.

Στο νέο ίδρυμα απορροφώνται τα Τ.Ε.Ι. Αθηνών και Πειραιά, με αποτέλεσμα το Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής να ενσωματώνει εκ της γεννήσεως του το έμπειρο ανθρώπινο δυναμικό, τις υποδομές, τη συσσωρευμένη τεχνογνωσία και εμπειρία των δύο απορρωφώμενων ιδρυμάτων, καθώς και τη συνεισφορά τους στον παραγωγικό και κοινωνικό ιστό της χώρας. Υπάρχουν πολύ καλές πρακτικές αντίστοιχων ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης με αξιοσημείωτα αποτελέσματα

Όσον αφορά στα Τ.Ε.Ι. Αθηνών και Πειραιά, αυτά ιδρύθηκαν, όπως και το σύνολο των Τ.Ε.Ι. της χώρας, το 1983 µε το ν. 1404/1983, αντικαθιστώντας τα Κέντρα Ανώτερης Τεχνικής Επαγγελµατικής Εκπαίδευσης (Κ.Α.Τ.Ε.Ε.). Ακολούθως, ο ν. 2916/2001, ενέταξε τα Τ.Ε.Ι. στην ανώτατη εκπαίδευση, αναγνωρίζοντας το ήδη τότε αναβαθμισμένο επίπεδο σπουδών που παρείχαν, τόσο σε επίπεδο προγραμμάτων σπουδών, όσο και στο επίπεδο των προσόντων των διδασκόντων. Στη συνέχεια, οι ν. 3549/2007 και ν. 4009/2011 εδραιώνουν τα Τ.Ε.Ι. ως Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύµατα. Σύμφωνα με το ν. 4485/2017, «στο πλαίσιο της εκπαιδευτικής αποστολής τους, τα Α.Ε.Ι. (πανεπιστήμια και Τ.Ε.Ι.) παρέχουν ποιοτική και ολοκληρωμένη εκπαίδευση, σύμφωνα με τις τάσεις της σύγχρονης επιστήμης, της τεχνολογίας και των τεχνών, καθώς και της διεθνούς επιστημονικής πρακτικής. Στο πλαίσιο αυτό, τα Τ.Ε.Ι. εστιάζουν στις εφαρμογές των σύγχρονων επιστημών, της τεχνολογίας και των τεχνών συνδυάζοντας την ανάπτυξη του κατάλληλου θεωρητικού υποβάθρου σπουδών με την υψηλού επιπέδου εργαστηριακή και πρακτική άσκηση». Όλα, λοιπόν, τα Α.Ε.Ι. παρέχουν σπουδές με υψηλό θεωρητικό καταρχήν υπόβαθρο και τα ΤΕΙ, επιπλέον εστιάζουν και στην εφαρμογή των επιστημών.

Στα Τ.Ε.Ι. Αθήνας και Πειραιά λειτουργούν πολλά Τμήματα αναγνωρισμένα για την ποιότητα σπουδών που παρέχουν, ποιότητα που πιστοποιείται, μεταξύ άλλων, και από τις πολύ θετικές αξιολογήσεις τους μέσω και της Α.ΔΙ.Π.. Τα προγράμματα σπουδών αυτών των Τμημάτων έχουν ήδη, όπως εξελίχθηκαν στην πορεία των χρόνων, αυξημένο θεωρητικό υπόβαθρο, προσιδιάζοντας σε προγράμματα σπουδών Τμημάτων πανεπιστημίου. Άλλωστε και τα δυο Ιδρύματα έχουν αξιολογηθεί και για τις ερευνητικές τους δραστηριότητες και για το λόγο αυτό συμμετέχουν στη Γενική Συνέλευση του Ελληνικού Ιδρύματος Έρευνας και Καινοτομίας (ΕΛ.ΙΔ.Ε.Κ.), στο οποίο συμμετέχουν όλα τα πανεπιστήμια και επιλεγμένα Τ.Ε.Ι.. Λειτουργούν, όμως, και Τμήματα τα οποία παρά το υψηλό επίπεδο σπουδών που παρέχουν από άποψη ποιότητας προσωπικού και διδακτέας ύλης, θεραπεύουν εντούτοις γνωστικά αντικείμενα που δεν ανταποκρίνονται πλέον στις ανάγκες της χώρας και τις διεθνείς επιστημονικές εξελίξεις και τα οποία έπρεπε να τροποποιηθούν άρδην.

Με τα δεδομένα αυτά, κρίθηκε αναγκαία η κατάργηση των δύο αυτών ιδρυμάτων, ώστε με το ικανό προσωπικό και τις υποδομές τους να υποστηριχθεί και να είναι βιώσιμο και αποδοτικό το νεοϊδρυόμενο πανεπιστήμιο, πολλαπλασιάζοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο τα οφέλη για την κοινωνία (φοιτητές, Πολιτεία, παραγωγικούς φορείς κλπ.), όπως αναλυτικά αποτυπώνεται σε σχετική έκθεση μελέτης συνεπειών και βιωσιμότητας που συντάχθηκε από το Υπουργείο.

Το νομοσχέδιο είναι αποτέλεσμα μιας μακράς διαδικασίας διαβούλευσης και επεξεργασίας και κατά τη διαμόρφωσή του ελήφθη σοβαρά υπόψη το πόρισμα επιτροπής που συγκροτήθηκε στο Υπουργείο Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων από ακαδημαϊκούς εγνωσμένου κύρους και εκπροσώπους των διοικήσεων των ιδρυμάτων. Με το νομοσχέδιο αυτό θεραπεύονται παράλληλα δύο ανάγκες. Πρώτον, η ίδρυση ενός πανεπιστημίου που θα θεραπεύει νέα γνωστικά αντικείμενα, καλύπτοντας σχετικές ανάγκες που δημιουργήθηκαν λόγω της προόδου των επιστημών και που είχαν ήδη διαπιστωθεί από καιρό και, δεύτερον, η κατάργηση δύο Τ.Ε.Ι. που φιλοξενούσαν Τμήματα δύο ταχυτήτων. Τα μεν προσέφεραν σπουδές με εντονότατο το θεωρητικό υπόβαθρο, πανεπιστημιακού χαρακτήρα, τα δε, παρά την ποιότητα των σπουδών, θεράπευαν γνωστικά αντικείμενα που δεν ανταποκρίνονταν στις ανάγκες της χώρας και της επιστήμης.

Το γεγονός ότι το νέο ίδρυμα θα θεραπεύει ένα ευρύ φάσμα των επιστημών και τεχνών προσδίδει σε αυτό ένα συγκριτικό πλεονέκτημα το οποίο διαθέτουν ορισμένα μόνο ελληνικά πανεπιστήμια, και μάλιστα με είκοσι έξι (26) αυτοδύναμα ακαδημαϊκά Τμήματα, αντί των σαράντα δύο (42) Τμημάτων και εισαγωγικών κατευθύνσεων των δύο απορροφώμενων ιδρυμάτων, οδηγώντας έτσι παράλληλα και σε σημαντικές οικονομίες κλίμακας τόσο σε ακαδημαϊκό, διοικητικό και υλικοτεχνικό επίπεδο, με σημαντικά οφέλη στην εξοικονόμηση και αποτελεσματική και αποδοτική διαχείριση των πόρων.

Το νέο πανεπιστήμιο «κληρονομεί» επιπλέον από τα απορροφώμενα Τ.Ε.Ι. εξήντα (60) περίπου θεσμοθετημένα ερευνητικά εργαστήρια. Αυτή η ερευνητική δραστηριότητα θα υποστηριχθεί και θα διευρυνθεί περαιτέρω καθώς θα αξιοποιηθούν οι δυνατότητες που παρέχονται από τη δομή και το πλαίσιο λειτουργίας των Πανεπιστημίων, ήτοι η δυνατότητα εκπόνησης διδακτορικών διατριβών και η ευρύτερη διασύνδεση με τα ερευνητικά κέντρα της χώρας δημιουργώντας ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο που θα αποτελέσει ισχυρό μοχλό ανάπτυξης. Ενδεικτικά, με προοπτική πενταετίας ο αριθμός των υποψήφιων διδακτόρων μπορεί να υπερβεί τα 2.000 άτομα, οπότε αυτομάτως θα αυξηθούν σημαντικά οι επιστημονικές δημοσιεύσεις σε έγκριτα επιστημονικά περιοδικά, η κατοχύρωση ευρεσιτεχνιών, τα επιστημονικά επιτεύγματα (π.χ. βραβεία αριστείας) κλπ.

Το συγκεκριμένο εγχείρημα έρχεται σε πλήρη συμφωνία με τον στόχο του Ενιαίου Χώρου της Ανώτατης Εκπαίδευσης και της Έρευνας. Συνιστά αποτελεσματική και δημιουργική λύση με αυξημένα εχέγγυα επιτυχούς υλοποίησης, καθώς εκμεταλλευόμενο το προσωπικό, την τεχνογνωσία, τις υποδομές κ.ο.κ. δύο ήδη υπαρχόντων δομών της Ανώτατης Εκπαίδευσης, δημιουργεί μία νέα δομή με νέους συγκεκριμένους στόχους και νέες προοπτικές, που ανταποκρίνεται στις υφιστάμενες σήμερα ανάγκες.

Η βιωσιμότητα του νέου πανεπιστημίου είναι επαρκώς θεμελιωμένη εκ του γεγονότος ότι το πανεπιστήμιο διαθέτει ήδη με τη ίδρυσή του όλες τις αναγκαίες υλικοτεχνικές υποδομές, ανθρώπινο δυναμικό με πολυετή εμπειρία (ικανότατο εκπαιδευτικό προσωπικό, πλήρη στελέχωση από έμπειρο διοικητικό προσωπικό), καθώς και Τμήματα που θεραπεύουν νέα γνωστικά αντικείμενα με σπουδές πανεπιστημιακού χαρακτήρα, τα οποία με βεβαιότητα θα αναγάγουν το πανεπιστήμιο σε ισχυρότατο ακαδημαϊκό πόλο. Αναμένεται, λοιπόν, με βασιμότητα ότι δεν θα είναι απλά βιώσιμο, αλλά θα έχει και ισχυρές προοπτικές περαιτέρω εξέλιξης.

Σημειώνεται, τέλος, ότι από το νέο αυτό εγχείρημα, είναι ιδιαίτερα σημαντικά τα οφέλη της Πολιτείας σε δημοσιονομικούς και αναπτυξιακούς όρους.
Καταρχάς, επιτυγχάνεται καλύτερη εκμετάλλευση των υποδομών που διαθέτει η Πολιτεία στην Δυτική Αττική για την ανώτατη εκπαίδευση. Τα απορροφώμενα ιδρύματα διαθέτουν πολύ καλές υποδομές που περιλαμβάνουν δυο ολοκληρωμένες, σύγχρονες και γειτνιάζουσες πανεπιστημιακές εγκαταστάσεις 108.000 τετραγωνικών μέτρων σε δύο εκτάσεις συνολικής επιφάνειας 148 στεμμάτων. Από τον υπάρχοντα προϋπολογισμό (συμπεριλαμβανομένων των δημοσίων επενδύσεων) για τα δυο απορροφώμενα Α.Ε.Ι. που ανέρχεται σε περίπου 16.000.000€ (για το έτος 2018) αναμένεται να αποφευχθούν δαπάνες όπως η εκμίσθωση κτηρίων και η διατήρηση επικαλυπτόμενων δομών. Η εξοικονόμηση πόρων εκτιμάται σε περίπου 20% του ετήσιου προϋπολογισμού (περίπου 3.200.000€), οι οποίοι μπορούν να διατεθούν παραγωγικότερα σε τομείς που θα εξασφαλίσουν καλύτερη και ποιοτικότερη εκπαίδευση για τους φοιτητές.

Κατά δεύτερον, το Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής, ένας φάρος εκπαίδευσης, μόρφωσης και πολιτισμού, ιδρύεται στην πιο αδικημένη περιοχή του λεκανοπεδίου. Η περιοχή αυτή περιλαμβάνει 17 Δήμους με συνολικό μόνιμο πληθυσμό περίπου 1.100.000 κατοίκων, εκ των οποίων: α) οι 7 ανήκουν στον Τομέα Δυτικής Αθήνας (Χαϊδάρι, Πετρούπολη, Περιστέρι, Ίλιον, Αιγάλεω, Αγ. Ανάργυροι-Καματερό, Αγία Βαρβάρα), οι 5 στην Περιφερειακή Ενότητα Δυτικής Αττικής (Ασπρόπυργος, Ελευσίνα, Μάνδρα, Μέγαρα, Φυλή) και οι 4 στην περιφερειακή ενότητα Πειραιά (Αγ. Ιωάννης Ρέντης-Νίκαια, Πειραιάς, Πέραμα, Κερατσίνι – Δραπετσώνα, Κορυδαλλός). Η διεθνής εμπειρία έχει δείξει ότι η παρουσία ενός μεγάλου και πολυθεματικού πανεπιστημίου δημιουργεί σημαντικά πολλαπλασιαστικά άμεσα και έμμεσα οφέλη στην τοπική ανάπτυξη τόσο σε βραχυπρόθεσμο όσο και σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα. Αυτό δείχνει ότι η παρέμβαση έχει πέρα από ακαδημαϊκό και αναπτυξιακό περιεχόμενο, στην κατεύθυνση της περαιτέρω αναβάθμισης της Δυτικής Αττικής.

Περαιτέρω, με το νομοσχέδιο επιδιώκεται η αναβάθμιση της παρεχόμενης επαγγελματικής εκπαίδευσης με τη λειτουργία διετών προγραμμάτων σπουδών στα Α.Ε.Ι.. Πρόκειται για δυνατότητα που εισήχθη με το ν. 4485/2017 (Α΄ 114) και με το παρόν εξελίσσεται και εξειδικεύεται περαιτέρω, ώστε να είναι άμεσα υλοποιήσιμη.

Πέραν των ανωτέρω περιέχονται και λοιπές διατάξεις, ρυθμίσεις για τα Α.Ε.Ι. και την έρευνα. Η έρευνα είναι η αναζήτηση της γνώσης που αποκτάται μέσω συστηματικής μελέτης, παρατήρησης και πειραματισμού. Η έρευνα αποτελεί κοινό εγχείρημα το οποίο υλοποιείται σε ακαδημαϊκά, βιομηχανικά και άλλα περιβάλλοντα. Προϋποθέτει την άμεση ή έμμεση συνεργασία, η οποία συχνά υπερβαίνει τα κοινωνικά, πολιτικά και πολιτισμικά σύνορα. Βασίζεται στην ελευθερία διατύπωσης ερευνητικών ερωτημάτων και ανάπτυξης θεωριών, συλλογής εμπειρικών στοιχείων και εφαρμογής κατάλληλων μεθόδων. Ως εκ τούτου, η έρευνα στηρίζεται στο έργο της ερευνητικής κοινότητας και, υπό ιδανικές συνθήκες, αναπτύσσεται ανεξάρτητα από πιέσεις φορέων ανάθεσης και από ιδεολογικά, οικονομικά ή πολιτικά συμφέροντα.

Παράλληλα, στην έρευνα υπάρχει η πιθανότητα να τεθούν σε διακινδύνευση αξίες και αγαθά τα οποία προστατεύονται από το διεθνές δίκαιο, τους διεθνώς αναγνωρισμένους κανόνες ηθικής και δεοντολογίας, το ενωσιακό δίκαιο και την εθνική νομοθεσία. Έτσι, ορισμένα ερευνητικά έργα μπορεί να προσβάλλουν ή να θέσουν σε κίνδυνο την η αξία και την αυτονομία του ανθρώπου, την ιδιωτική ζωή και τα προσωπικά δεδομένα ή το περιβάλλον και την βιοποικιλότητα.

Βασικό καθήκον της ερευνητικής κοινότητας είναι να τηρεί τις ηθικές αρχές της έρευνας, να προσδιορίζει τα κριτήρια της ορθής ερευνητικής συμπεριφοράς, να μεγιστοποιεί την ποιότητα και την αξιοπιστία της έρευνας, και να ανταποκρίνεται επαρκώς σε απειλές ή παραβιάσεις της ακεραιότητας της έρευνας. Προκειμένου να πράξει αυτό θα πρέπει πρώτα να εξετάσει κατά πόσο τα ερευνητικά έργα που διεξάγονται στους κόλπους της ανταποκρίνονται επαρκώς στις βασικές ηθικές επιταγές που τίθενται διεθνώς ή ενδέχεται να τις παραβιάσουν. Στο πλαίσιο αυτό, τα ακαδημαϊκά και ερευνητικά ιδρύματα αναλαμβάνουν ηγετικό ρόλο στη διαμόρφωση σαφών πολιτικών και διαδικασιών σχετικά με τις ορθές ερευνητικές πρακτικές και τον διαφανή και ορθό χειρισμό των παραβιάσεων.

Για το λόγο αυτό κρίθηκε σκόπιμο να θεσμοθετηθούν οι Επιτροπές Ηθικής της Έρευνας, οι οποίες θα ασκούν ένα είδος «προληπτικού ελέγχου ηθικής καταλληλότητας» στα ερευνητικά έργα που πρόκειται να υλοποιηθούν στον συγκεκριμένο κάθε φορά φορέα (Α.Ε.Ι. ή ερευνητικό φορέα). Με άλλα λόγια, οι εν λόγω Επιτροπές δεν έχουν ως σκοπό την έκφραση γνώμης ως προς την επιστημονική ορθότητα ενός ερευνητικού έργου. Σκοπός τους είναι να εξετάσουν κατά πόσον ένα ερευνητικό έργο ενδέχεται, λόγω π.χ. του ανεπαρκούς σχεδιασμού του, να θέσει σε διακινδύνευση θεμελιώδεις και αδιαπραγμάτευτες ηθικές αξίες (π.χ. την αυτονομία των συμμετεχόντων προσώπων).

Ήδη, για τα ερευνητικά έργα που χρηματοδοτούνται από την Ευρωπαϊκή Ένωση, ήταν αναγκαία η αξιολόγηση της ηθικής ακεραιότητας της ερευνητικής πρότασης. Έτσι, ήδη ορισμένοι ακαδημαϊκοί και ερευνητικοί φορείς (π.χ. Πανεπιστήμιο Κρήτης, Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Ελληνικό Ίδρυμα Παστέρ) είχαν αναλάβει πρωτοβουλία και είχαν συστήσει από μόνοι τους επιτροπές ηθικής, προκειμένου να διασφαλίζουν ώστε τα ερευνητικά προγράμματα θα σέβονται βασικές αρχές ηθικής και δεοντολογίας της έρευνας. Εξάλλου και η Εθνική Επιτροπή Βιοηθικής είχε από καιρό προτείνει την σύσταση και λειτουργία τέτοιων επιτροπών σε όλους φορείς στους οποίους διεξάγεται επιστημονική έρευνα (βλ. την από 14.12.2005 γνώμη της Εθνικής Επιτροπής Βιοηθικής για τις «Επιτροπές Ηθικής και Δεοντολογίας»).

Ήδη με το παρόν νομοσχέδιο συστήνονται Επιτροπές Ηθικής σε κάθε ΑΕΙ και σε κάθε ερευνητικό και τεχνολογικό κέντρο που εποπτεύεται από το Υπουργείο Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων. Ο έλεγχος αυτός μέσω των Επιτροπών θα αποτελεί μια επιπλέον εγγύηση αξιοπιστίας των ερευνητικών προγραμμάτων αλλά και το μέσο για την αποδοχή του ερευνητικού έργου από το κοινωνικό σύνολο

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.