Άρθρο του Γιάννη Μαγκριώτη

Νομίζω ο κάθε καλόπιστος θα συμφωνήσει ότι ‒συνήθως με εναλλαγές και αυξομειώσεις‒ αγωνιστική ισοτιμία δεν υπήρχε μεταξύ των τριών ομάδων του κέντρου και των υπολοίπων.
Το γεγονός αυτό δημιούργησε στρεβλώσεις κάθε μορφής, γκρίζα κεκτημένα και φυσικά ένα διαρκές αίσθημα αδικίας των πιο αδύναμων προς τους ισχυρούς.
Βύθισε κατά καιρούς το ποδόσφαιρο αλλά και τη χώρα στην απόλυτη αναξιοπιστία.
Τα τελευταία γεγονότα δεν ήταν κεραυνός εν αιθρία.
Φυσικά η κυβέρνηση, όπως το συνηθίζει, αλλά και η κάθε κυβέρνηση, θύμωσε πολύ και μίλησε για δραστικά μέτρα.
Τόσο διά του πρωθυπουργού αλλά και πολλών υπουργών και βουλευτών, που δεν εκλέγονται στη Θεσσαλονίκη και γενικά στη Βόρεια Ελλάδα, τόνισε μια ακόμη φορά την αποφασιστικότητά της να πατάξει τα φαινόμενα βίας και ανομίας στο ποδόσφαιρο.
Ο υφυπουργός Αθλητισμού, μετά τη συνάντησή του με τον πρωθυπουργό, ανακοίνωσε ότι αναβάλλονται το πρωτάθλημα της Super League και οι αγώνες του Κυπέλου Ελλάδος μέχρι να συμφωνηθεί ένα «νέο κοινό πλαίσιο».
Το πρώτο ερώτημα είναι τι περιέχει το «νέο κοινό πλαίσιο» που δεν προβλέπεται από τους νόμους και τους κανονισμούς διεξαγωγής των αθλητικών διοργανώσεων;
Απάντηση και διευκρίνιση δεν υπάρχει από την πλευρά της κυβέρνησης και εύκολα καταλαβαίνουμε ότι οι υψηλοί τόνοι των κυβερνητικών στελεχών και η απόφαση για αναβολή των ποδοσφαιρικών διοργανώσεων έγινε για να κερδίσει το κλίμα αγανάκτησης μεγάλου μέρους της κοινωνίας και να δει πώς θα διαχειριστεί τη συνέχεια με βάση το κομματικό συμφέρον.
Το θεσμικό πλαίσιο τα τελευταία χρόνια είναι επαρκές και η σημερινή κυβέρνηση, σε συνεργασία με τη FIFA, το έχει βελτιώσει.
Η ΕΠΟ και η αρχή ορισμού των διαιτητών δεν ελέγχεται από τις μεγάλες ομάδες του κέντρου, όπως στο παρελθόν.
Γιατί τότε και το φετινό πρωτάθλημα παρουσιάζει τις παθογένειες των προηγούμενων, σε άλλους τομείς σε μικρότερο βαθμό και σε άλλους σε μεγαλύτερο;
Στο ερώτημα αυτό πρέπει να δώσουμε απάντηση χωρίς μεγαλοστομίες και χωρίς κομματικές, επιχειρηματικές και οπαδικές σκοπιμότητες.
Το ερώτημα αυτό όμως δεν υπάρχει στις ανακοινώσεις της κυβέρνησης, αλλά και των κομμάτων της αντιπολίτευσης, που πήραν δημόσια θέση.
Φυσικά δεν υπάρχει στις ανακοινώσεις των αφεντικών των ΠΑΕ και των σκληρών πυρήνων των οπαδών των ομάδων και στα περισσότερα ΜΜΕ.
Φυσικά δεν υπάρχει και η απάντηση.
Η χώρα και πάλι διασύρθηκε διεθνώς και φαντάζομαι πως όλοι καταλαβαίνουν ότι αυτό εντείνει την αρνητική εικόνα μας, χωρίς να μπορούμε να κρυφτούμε τώρα πίσω από τη «δικαιολογία» ότι μας ζηλεύουν για το ποδόσφαιρό μας.
Αλλά και η αυτοεκτίμησή μας μειώνεται, αν μπορεί να μειωθεί κι άλλο, γεγονός που απογοητεύει και τους λίγους που πιστεύουν ότι μπορούμε να διορθώσουμε κάποια πράγματα στον εαυτό μας και στη χώρα.
Πιστεύω ότι όσες θεσμικές αλλαγές και να κάνουμε, όσες κορόνες και αν βγάλουν οι κατά καιρούς αρμόδιοι, δεν πρόκειται να εκλείψουν ή έστω να περιοριστούν οι παθογένειες στο ποδόσφαιρο και όχι μόνο.
Η βασική αλλαγή που πρέπει να κάνουμε είναι στον εαυτό μας και στις επιλογές μας. Ως πολίτες, ανεξαρτήτως της συμπάθειάς μας στη μία ή την άλλη ομάδα, πρέπει να κατανοήσουμε τα παιχνίδια που παίζονται στις πλάτες μας.
Τα παιχνίδια που παίζουν πρωτίστως οι ιδιοκτήτες των ΠΑΕ, αφού τις τελευταίες δεκαετίες σπάνια το αρχικό κίνητρό τους είναι η αγάπη προς την ομάδα και η προσφορά στον αθλητισμό.
Οι λεγόμενοι μεγαλοεπενδυτές χρησιμοποιούν τις ομάδες για την προώθηση κάθε είδους ιδιωτικών συμφερόντων, για αυτό ενισχύουν την επιρροή τους αγοράζοντας ταυτόχρονα και ΜΜΕ και φυσικά διαπλέκονται με τις κυβερνήσεις και τις τοπικές εξουσίες και αλληλοεξυπηρετούνται.
Εάν οι φίλαθλοι απαλλαγούν από την εντύπωση πως πρέπει να έχουν πρόεδρο κάποιον με πολλά λεφτά για να κερδίζει τίτλους η ομάδα τους και μάθουν ότι τα κύρια έσοδα μιας ομάδας της πρώτης και δεύτερης κατηγορίας στην Ευρώπη και την Ελλάδα είναι τα τηλεοπτικά δικαιώματα, τότε θα καταλάβουν ότι μια υγιής ΠΑΕ δεν χρειάζεται το ‒πολλές φορές αγνώστου προελεύσεως‒ χρήμα των μεγαλομετόχων.
Το 60% των εσόδων είναι από τα τηλεοπτικά δικαιώματα, το 20% από χορηγίες και διαφημίσεις και τα υπόλοιπα από τα εισιτήρια και τα αναμνηστικά της ομάδας.
Όλοι καταλαβαίνουν πως όσο ανεβαίνει η ποιότητα των ομάδων, η αγωνιστική ισοτιμία και το θέαμα που προσφέρουν αρέσει και ψυχαγωγεί, τόσο θα ανεβαίνουν και τα έσοδα κάθε κατηγορίας, ενώ όσο υποχωρούν θα γίνεται το αντίστροφο.
Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να έχουμε ρεαλιστικές οπαδικές φιλοδοξίες και να απαιτούμε χρηστή διαχείριση από τους υπευθύνους των ομάδων.
Εάν πετύχουμε αυτές τις αλλαγές στη νοοτροπία μας, τότε δεν θα χρειαζόμαστε προστάτες και μεγαλόσχημους και θα απαλλάξουμε το ποδόσφαιρο και τον αθλητισμό γενικά από κάθε είδους παθογένεια.
Τότε θα στηρίζουμε και πολιτικούς και κόμματα που δεν χρησιμοποιούν και δεν χρησιμοποιούνται από τους διάφορους αθλητικούς και οικονομικούς παράγοντες.

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.