Αν και αποσιωπάται από τα περισσότερα τουρκικά μέσα ενημέρωσης, το σκάνδαλο που έχει ξεσπάσει στην Τουρκία μετά τις αποκαλύψεις των ιστοσελίδων theblacksea.eu και mediapart.fr για την περιουσία μαμούθ της οικογένειας του πρωθυπουργού της χώρας, Μπιναλί Γιλντιρίμ, δεν παύει να έχει «ουρές» που μπορεί να αποσταθεροποιήσουν το παντοδύναμο καθεστώς. Οι αποκαλύψεις έρχονται στον απόηχο της έντονης κόντρας που έχει ξεσπάσει μεταξύ του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν και του Ντόναλντ Τραμπ, γεγονός που προκαλεί πολλά ερωτήματα. Τα όσα ήρθαν στο φως μέσω των Malta Files εμπλέκουν σε σκάνδαλα όχι μόνο τον πρωθυπουργό Μπιναλί Γιλντιρίμ, αλλά και τον γαμπρό του Ερντογάν και «δελφίνο» του AKP, Μπεράτ Αλμπαϊράκ. Ο σύζυγος της πρωτότοκης κόρης του σουλτάνου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, υπουργός Ενέργειας, που θεωρείται ότι μια μέρα θα κληρονομήσει την πολιτική αυτοκρατορία του σουλτάνου, έχει απασχολήσει αρκετές φορές με σκάνδαλα την επικαιρότητα.
Ο Αλμπαϊράκ και η Çalık-Holding
Η ιστορία φαίνεται να ξεκινάει το 2011, όταν ο Αλμπαϊράκ ήταν ήδη ένας από τους ισχυρότερους άνδρες στην Τουρκία ως επικεφαλής του Çalık-Holding, ενός από τους μεγαλύτερους ομίλους στη χώρα, που ελέγχει τα φιλοκυβερνητικά ΜΜΕ και την προπαγάνδα υπέρ του Ερντογάν.
Ένα μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου με ημερομηνία 4 Νοέμβρη 2011 περιέχει μια σαφή προειδοποίηση: «Αδελφέ, θα καθιερωθεί το νέο σύστημα – αλλά αυτό το σύστημα θα πρέπει να βασίζεται στην εξαπάτηση της [τουρκικής] οικονομικής αρχής, δεν είναι ένα ασφαλές σύστημα. Εάν η οικονομική αρχή το ανακαλύψει αυτό, δεν θα ήταν καλό για τη φήμη [του Çalık]».
Ο συντάκτης του σημειώματος είναι Μετίν Αταλάι, ο άνθρωπος της Çalık Holding στο Ντουμπάι. Ο παραλήπτης φέρεται να είναι ο 33 χρονών Αλμπαϊράκ, τότε Διευθύνων Σύμβουλος της Çalık, η οποία έχει συμφέροντα στον τομέα της κλωστοϋφαντουργίας, των ακινήτων, των τηλεπικοινωνιών, της εξόρυξης και της ενέργειας. Ιδιοκτήτης της ο δισεκατομμυριούχος Αχμέτ Τσαλίκ, στενός φίλος του προέδρου Ερντογάν.
Ο Μετίν Αταλάι, ο άνθρωπος της Çalık-Holding στο Ντουμπάι, περιγράφεται ως ένας άνθρωπος του οποίου η δουλειά «δεν μετράει» καθώς προσελήφθη μόνο «για ευαίσθητες υποθέσεις». Μία από αυτές ήταν να «τρέξει» το γραφείο της εταιρείας σε μία από τις ελεύθερες εμπορικές ζώνες του Ντουμπάι, με στόχο να προσελκύσει νέους επενδυτές. Κι αυτό απέδιδε, καθώς σύμφωνα με τα e-mail του Αταλάι, η εταιρεία, ως ένας απλός κόμβος για τη συγκέντρωση των κερδών της Çalık-Holding παγκοσμίως, σημείωνε κέρδη 34,7 εκατομμύρια δολάρια, μόνο το πρώτο εξάμηνο του 2011.
Το… πρόβλημα των μεγάλων κερδών και ο νόμος
Το πρόβλημα που αντιμετώπιζε τότε ήταν ότι η εταιρεία του είχε εκατομμύρια ευρώ στο Ντουμπάι, τα οποία ήθελε να επαναπατρίσει χωρίς να χρειαστεί να πληρώσει το 20% που προέβλεπε ο νόμος. Ανέθεσε, λοιπόν, σε στενό του συνεργάτη την εξεύρεση λύσης, η οποία περιελάμβανε μια σύνθετη δομή με offshore, η οποία έρχεται τώρα στο φως μέσω των Malta Files.
Ο όμιλος Çalık ήθελε να μεταφέρει τα χρήματα στη Μάλτα, όπου ο φόρος είναι μεν 35%, αλλά το κράτος επιστρέφει το 80% όταν ο καταθέτης δεν είναι μόνιμος κάτοικος της νησιωτικής χώρας και δεν διαθέτει επιχειρήσεις εκεί.
Τα χρήματα θα μεταφέρονταν αφορολόγητα από τη Μάλτα στη Σουηδία, με τη δικαιολογία ότι είχε ήδη καταβληθεί ο φόρος ύψους 35%, και μετά θα μπορούσαν να περάσουν στην Τουρκία, αφού η Σουηδία θεωρείται χώρα υπεράνω πάσης -φορολογικής- υποψίας. Ακόμη και στους κόλπους του ομίλου εκφράστηκαν αντιρρήσεις, ωστόσο τελικώς το 2012 ίδρυσαν 4 εταιρείες στη Σουηδία (Çalık Textile, Çalık Energy, Çalık Marketing and Çalık Construction) και έναν χρόνο αργότερα 8 στη Μάλτα (Fashion Zone Textile Holding, Fashion Zone Textile, Synergy Marketing Holding, Synergy Marketing, Technological Energy Holding, Technological Energy, White Construction Holding and White Construction). Το σχέδιο δεν εφαρμόστηκε επειδή ο Αλμπαϊράκ έτρεφε πολιτικές φιλοδοξίες, και το 2015 εγκατέλειψε τυπικά την εταιρεία για να διεκδικήσει μια θέση στο τουρκικό κοινοβούλιο με το ΑΚΡ.
Πέντε μήνες αργότερα έγινε υπουργός Ενέργειας, επικεφαλής δηλαδή σε ένα υπουργείο-κλειδί για μια χώρα όπως η Τουρκία. Δεν υπήρχε λοιπόν πλέον λόγος για την Çalık να παρακάμψει τους νόμους, αφού μπορούσε να τους… υπαγορεύσει με εξασφαλισμένη την έγκρισή τους.
Ο στενός συνεργάτης του Αλμπαϊράκ από την Çalık, Σαφάκ Καραασλάν, του έστειλε e-mail. «Υπάρχουν δύο επιλογές για τους ανθρώπους που έχουν τον πλούτο τους στο εξωτερικό» γράφει ο Καραασλάν. «Είτε να πάνε τον πλούτο τους στις ΗΠΑ … ή τα κράτη να τους διευκολύνουν να τον επαναπατρίσουν». Ένα μήνα αργότερα, στις 3 Ιουνίου 2016, o Καραασλάν στέλνει άλλο ένα μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στον υπουργό ενέργειας, με ακόμα ένα συνημμένο. Τον πλήρη νόμο γραμμένο και έτοιμο. Σε μια λειτουργική δημοκρατία ο νόμος δεν θα είχε καμιά ελπίδα. Στην Τουρκία του Ερντογάν, όμως, τέτοιου είδους μεθοδεύσεις φαίνεται ότι πραγματοποιούνται εύκολα. Δύο μόλις ημέρες μετά την επίμαχη ανταλλαγή e-mail ανάμεσα στον Καραασλάν και τον Αλμπαϊράκ, ο πρωθυπουργός Μπιναλί Γιλντιρίμ κατέθεσε το νομοσχέδιο στο κοινοβούλιο. Παρά την εξέγερση της αντιπολίτευσης, που προσπάθησε να αποτρέψει την έγκρισή του, το νομοσχέδιο ψηφίστηκε και υπογράφηκε αμέσως από τον Ταγίπ Ερντογάν.
Ο Γιλντιρίμ και οι οικογενειακές business
Σύμφωνα με τις ειδησεογραφικές ιστοσελίδες, theblacksea.eu και mediapart.fr η περιουσία του Γιντιρίμ περιλαμβάνει 11 πλοία με ξένη σημαία, τα οποία βρίσκονται σε θυγατρικές στη Μάλτα, την Ολλανδία και τις Ολλανδικές Αντίλες, ειδικά μάλιστα στο Κουρακάο, με τις πιο ύποπτες περιπτώσεις να βρίσκονται στα νησιά Μάρσαλ και στον Παναμά. Τουλάχιστον τέσσερα από τα πλοία του έχουν χρηματοδοτηθεί με υπέρογκα δάνεια από ελβετικές και τουρκικές τράπεζες, συμπεριλαμβανομένης και μία κρατικής τουρκικής τράπεζας.
Παρά το γεγονός ότι αρκετά από τα στοιχεία, ειδικά αυτά που βρίσκονται σε φορολογικούς παραδείσους, παραμένουν στη σκιά, τα πρακτορεία αποκαλύπτουν ότι ο γιος του Γιντιρίμ, η κόρη του, ο θείος του και τα ανίψια του έχουν αγοράσει 7 ακίνητα στην Ολλανδία, ύψους άνω των 2,5 εκατ. δολαρίων. Στην μία περίπτωση μάλιστα πλήρωσαν μετρητά. Η έρευνα αποκάλυψε ακόμα τον τρόπο με τον οποίο ο Γιλντιρίμ χρησιμοποίησε μία από αυτές τις ολλανδικές εταιρείες για να δωρήσει ανώνυμα 600.000 ευρώ στο δήμο Pendik, κοντά στην Κωνσταντινούπολη, για την αναδόμηση νέου τζαμιού.
Η EIC, που διεξάγει την έρευνα, εντόπισε ακόμα πως οι ναυτιλιακές offshore επιχειρήσεις του Γιλντιρίμ χρησιμοποιήθηκαν προκειμένου να χτίσει την πολιτική του καριέρα ο νυν πρωθυπουργός της Τουρκίας και δεύτερος πιο ισχυρός άνδρας της χώρας.
Τα πρώτα βήματα στη ναυτιλία
Η καριέρα του στα ναυτιλιακά ξεκίνησε το 1994, όταν έγινε διαχειριστής της δημοτικής επιχείρησης İstanbul Fast Ferries Company (İDO). Από εκεί απολύθηκε το 2000, όταν αποκαλύφθηκε ότι είχε παραχωρήσει με συμφωνία τη διαχείρηση των καντινών στα πλοία στον θείο του, Γιλμάζ Ερενσέ. Ωστόσο, στην ουσία αυτό το σκάνδαλο ελάχιστα επηρεάσει την καριέρα του. Ένα χρόνο αργότερα, το 2001, βρέθηκε να είναι το πρόσωπο κλειδί δίπλα στο πλευρό του Ερντογάν. Το 2002, μετά τη νίκη στις εκλογές, έγινε υπουργός μεταφορών στη νέα κυβένρηση, θέση που κράτησε για περίπου 12 χρόνια, με ελάχιστα διαστήματα απουσίας.
Αν και κατά καιρούς έχουν υπάρξει υπόνοιες για εμπλοκή του σε σκάνδαλα, έχει αρνηθεί να απαντήσει σε ερωτήσεις της αντιπολίτευσης και να αποκαλύψει πως έκανε την περιουσία του μέσω των ναυτιλιακών του επιχειρήσεων. Η μόνη δημόσια ανακοίνωσή του αφορούσε σε απάντηση σε δημοσιογράφο του CNN Türk το Μάρτιο του 2013, όταν εξήγησε ότι μεταβίβασε τις επιχειρήσεις του στα παιδιά του όταν ανέλαβε πολιτικά καθήκοντα. Τα πρώτα ύποπτα ίχνη της περιουσίας του με τις offshore εταιρείες εμφανίζονται στη Μάλτα το 1998, μέσω μίας εταιρείας που μαρτυρεί την τουρκική προέλευση των μετόχων της, της Tulip Maritime Limited.
Ο κοινωνικός κύκλος των επιχειρηματιών και των πολιτικών
Επικεφαλής στην Tulip Maritime Limited ήταν ο θείος του Yılmaz ενώ υπήρχαν επαφές και με τον πολιτικό και επιχειρηματικό κόσμο της Τουρκίας. Μεταξύ αυτών ο γνωστός πλοιοκτήτης, Σαλίκ Ζεκί Τσακίρ , εργοδότης του Γιλντιρίμ πριν την πολιτική του καριέρα και ο Αχμέτ Εργκούν, σύμβουλος του Ερντογάν όταν εκείνος ήταν δήμαρχος Κωνσταντινούπολης αλλά και ο πρώην δικαστής Αμπάς Γκόρτσε. Το πρώτο τους σκάφος ήταν το Silver Fish, ένα φτηνό φορτηγό πλοίο ηλικίας 20 ετών, το οποίο σύντομα το «έσπασαν» και το πώλησαν για σκραπ.
Τη δεκαετία του 2000, η ομάδα αυτή έχτισε άλλες εταιρείες και απέκτησε και άλλα πλοία. Τα περισσότερα είχαν την ίδια τύχη και έχουν ήδη πωληθεί. Μέχρι το 2009, όταν ο Γιλντιρίμ εκφώνησε τον πύρινο λόγο του στην Τουρκική Ένωση Πλοιοκτητών, όπου εξυμνούσε τον εγχώριο εθνικισμό, το τεσσάρων τόνων «City» φαίνεται να είναι το μόνο περιουσιακό στοιχείο. Και αυτό πωλήθηκε δύο μήνες αργότερα σε εταιρεία του Παναμά, τη North Bulkers S.A., πριν το «σπάσουν» και το μεταπωλήσουν και αυτό. Από τότε, η οικογενειακή περιουσία έχει αποκτήσει τεράστια αγοραστική δύναμη. Έξι από τα έντεκα πλοία που έχουν αναγνωριστεί από τις έρευνες – αξίας μεταξύ 1,9 εκατ. και 33 εκατ. ευρώ- φαίνεται ότι έχουν αγοραστεί με τραπεζικά δάνεια. Αν ισχύει κάτι τέτοιο, αυτό σημαίνει ότι η Ολλανδική εταιρεία διαθέτει έναν τεράστιο όγκο κεφαλαίων, παρά το γεγονός ότι στα χαρτιά φαίνεται μία χρεωμένη εταιρεία.
Τα 11 πλοία και οι offshore
Τα 11 πλοία ανήκουν σε offshore εταιρείες στην Ολλανδία και τη Μάλτα , χώρες δηλαδή που προσφέρουν φορολογικά προνόμια για τις ναυτιλιακές εταιρείες. Τον Φεβρουάριο ο Γιλντιρίμ από τη θέση του πρωθυπουργού πλέον, επισκέφτηκε τη Μάλτα για να υπογράψει μία συμφωνία για τους μετανάστες με την τοπική κυβέρνηση. Αυτό ενδεχομένως να σημαίνει ότι σύμφωνα με τα στοιχεία ο Γιλντιρίμ επέλεξε το σύντομο δρόμο για να επισκεφτεί τα γραφεία της εταιρείας Mifsud and Sons, Ltd., στην πρωτεύουσα της Μάλτας τη Βαλέτα και την κοντινή πόλη του Σεντ Τζούλιαν.
Η εταιρεία αυτή ανήκει στον όμιλο Simon Mifsud και αντιπροσωπεύει την τελευταία ναυτιλιακή περιουσία της οικογένειας Γιλντιρίμ στη χώρα, με τις Dertel Shipping Limited, Nova Ponza Limited, Rory Malta Limited και Nova Warrior Limited στην κυριότητά της. Οι οικογένεια Γιλντιρίμ ανέλαβε τις νέες εταιρείες στις 9 Ιουνίου του 2016, περίπου 2 βδομάδες αφού ο Ερντογάν τον έχρισε πρωθυπουργό της χώρας. Διαχειριστής των εταιρειών είναι ο Σουλεϊμάν Βουράλ, ανιψιός του Γιλντιρίμ.
Σε τρεις από αυτές τις εταιρείες υπάρχουν τρία πλοία. Μεταξύ αυτών το MV Shark, που δεν έχει αναφερθεί ποτέ και ανήκει στην Nova Ponza Limited και την MV Frezya S, ενώ είναι καταγεγραμμένο στην Nova Warrior Limited. Άλλα δύο αξίας 1,9 εκατ. ευρώ και 2 εκατ. ευρώ αντίστοιχα, αποκτήθηκαν με τη βοήθεια δανείων από την Ελβετική τράπεζα Cornèr. Οι εταιρείες Rory Malta και Nova Ponza οδήγησαν στην Ceren Danışmanlık Denizcilik, της ναυτιλιακής εταιρείας στην Τουρκία, που δημιούργησε ο ο θείος του Γιλμάζ και ο γιος του Ριφάτ Εμράχ Ερενσέ στην Κωνσταντινούπολη στα τέλη του 2015. Οι μέτοχοι της εταιρείας Dertel, που δε διαθέτει πλοία στο ενεργητικό της, και της Nova Warrior είναι στην ουσία η ολλανδική (και από την καραϊβική) offshore εταιρεία με την επωνυμία South Seas Shipping NV. Στα χαρτιά, αυτό οδηγεί σε αδιέξοδο, καθώς ιδιοκτήτης φαίνεται μία δικηγορική εταιρεία, στο Κουρακάο.
Έγγραφο με την υπογραφή του ανηψιού Γιλντιρίμ για λογαριασμό μίας εκ των εταιρειών
Οι… δουλειές στη Μεσόγειο
Σήμερα, τα πλοία της οικογένειας Γιλντιρίμ πλέουν στη Μεσόγειο, γύρω από το Μπάρι, την Ιταλία, τα ελληνικά νησιά και τις νότιες ακτές της Ισπανίας. Το κάθε ένα από αυτά κοστολογούνται μεταξύ 2 και 3 εκατ. δολαρίων. Κανείς από την οικογένεια δεν έχει απαντήσει σε αλλεπάλληλες ερωτήσεις για την South Seas Shipping. Αλλά ακόμα και αυτά είναι ελάχιστα μπροστά σε όσα έχει η οικογένεια στην ολλανδική εταιρεία. Εκεί τα περιουσιακά στοιχεία ξεπερνούν συνολικά τα 130 εκατ. ευρώ. Η theblacksea.eu προσπάθησε να επικοινωνήσει με διάφορους από τους εμπλεκόμενους, αλλά κανείς δεν ήθελε να απαντήσει για το θέμα.

Πηγή: protothema.gr